Πώς μπορούν να πέσουν οι τιμές του ηλεκτρικού

Ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν το κόστος του ηλεκτρισμού στην Ελλάδα. Οι στρεβλώσεις, η ανάγκη να μειωθεί η τιμή του φυσικού αερίου και ο μπαλαντέρ της διασύνδεσης της Κρήτης. Γράφει ο Δρ Γ. Στάμτσης.

  • του Δρα Γιώργου Στάμτση*
Πώς μπορούν να πέσουν οι τιμές του ηλεκτρικού
Αρκετή συζήτηση γίνεται τους τελευταίους μήνες γύρω από το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, το αν και ποιες πηγές επιδοτούνται και πόσο, καθώς και για το πώς θα μπορούσε να μειωθεί το κόστος αυτό.

Δυστυχώς, η συζήτηση πολλές φορές δεν βασίζεται τόσο στα πραγματικά δεδομένα και στη λογική προσέγγιση του ζητήματος, όσο στην ανταλλαγή κατηγοριών, στη συνθηματολογία και στην επιλεκτική χρήση στοιχείων, που όχι μόνο δεν δίνουν στον πολίτη την πλήρη εικόνα, αλλά δημιουργούν κατασκευασμένες εικόνες που μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα.

Ας δούμε όμως ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα στον χώρο του ηλεκτρισμού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην ηπειρωτική χώρα και στα διασυνδεδεμένα νησιά, καθώς και το από ποιες πηγές καλύφθηκε η ζήτηση αυτή.





Αυτό που εύκολα γίνεται αντιληπτό είναι η σημαντική διείσδυση του φυσικού αερίου, αλλά και των ΑΠΕ, στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Το πετρέλαιο έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την ηλεκτροπαραγωγή στο διασυνδεδεμένο σύστημα και το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών έχει κατά πολύ περιοριστεί.

Ειδικά όσον αφορά το φυσικό αέριο, ένα από τα συχνά επιχειρήματα που ακούγονται και γράφονται είναι πως οι ιδιωτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού με καύσιμο φυσικό αέριο χρησιμοποιούν τον κανόνα του 30% (σύμφωνα με τους κανόνες της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς, οι μονάδες μπορούν να προσφέρουν το 30% της ισχύος τους σε τιμή χαμηλότερη του κόστους τους) και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) παράγουν περισσότερο από ό,τι θα προέκυπτε χωρίς την ύπαρξη των κανόνων αυτών.

Η συνέχεια του επιχειρήματος είναι ότι οι ιδιωτικές μονάδες φυσικού αερίου εκτοπίζουν με τον τρόπο αυτό φθηνή λιγνιτική παραγωγή, ανεβάζοντας έτσι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τον καταναλωτή.

Στο σημείο αυτό ακριβώς πρέπει να αποσαφηνιστούν ορισμένα πράγματα έτσι ώστε ο πολίτης να μπορεί να διαμορφώσει ξεκάθαρη άποψη για το τι συμβαίνει. Κατ' αρχάς, τους δύο αυτούς κανόνες της αγοράς δεν τους χρησιμοποιούν μόνο οι ιδιωτικές μονάδες, αλλά με την ίδια ένταση και οι μονάδες φυσικού αερίου της ΔΕΗ (ίσως μάλιστα φθάσουμε στο σημείο να τους χρησιμοποιούν και κάποιες "ακριβές" λιγνιτικές μονάδες τους επόμενους μήνες εάν η τιμή του δικαιώματος εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα αυξηθεί σημαντικά).

Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει στα αρχεία που δημοσιεύει ο ΑΔΜΗΕ για το κόστος του ΜΑΜΚ και να δει ότι το συνολικό του κόστος (για το διάστημα Ιαν.-Νοεμ. 2012 ανέρχεται κοντά στα 410 εκατ. ευρώ) είναι κατά περίπου 120-150 εκατ. ευρώ μεγαλύτερο αυτού που αποδίδεται στις ιδιωτικές μονάδες φυσικού αερίου.

Η διαφορά προέρχεται από τις μονάδες φυσικού αερίου της ΔΕΗ. Η χρήση λοιπόν του μηχανισμού δεν έχει να κάνει με το αν κάποιοι ιδιώτες επιδιώκουν να λειτουργούν περισσότερες ώρες τις μονάδες τους, αλλά με την ανάγκη της χρήσης μονάδων φυσικού αερίου για την κάλυψη της ζήτησης, καθώς και με τον τρόπο λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου (τόσο της ΔΕΗ όσο και των ιδιωτικών) στη σημερινή μορφή της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.

Σχετικά με την ανάγκη που υπάρχει για τις μονάδες φυσικού αερίου στην κάλυψη της ζήτησης, την πιο εύγλωττη απάντηση δίνει η παρουσίαση του προέδρου της ΔΕΗ στο συνέδριο του ΙΕΝΕ τον περασμένο Οκτώβριο. Εκεί λοιπόν ο πρόεδρος της ΔΕΗ έδειξε ότι στο σενάριο με τη χρήση των δύο αυτών κανόνων οι λιγνιτικές μονάδες θα παράγουν ετησίως 27,2 εκατ. MWh και οι μονάδες φυσικού αερίου (ΔΕΗ + ιδιωτικές) 14, 3 εκατ. MWh, ενώ στο εφικτό σενάριο χωρίς τους δύο αυτούς κανόνες οι λιγνιτικές παράγουν 28 εκατ. MWh και οι μονάδες φυσικού αερίου 12,4 εκατ. MWh.

Τα νούμερα αυτά είναι πολύ αποκαλυπτικά για ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της κατάστασης του ηλεκτρικού συστήματος στην Ελλάδα. Το πρώτο είναι ότι οι λιγνιτικές μονάδες λειτουργούν ήδη στα όριά τους και μια αλλαγή των κανόνων της αγοράς πολύ μικρή επίδραση θα είχε στην παραγωγή τους. Το δεύτερο είναι πως το φυσικό αέριο είναι τελείως απαραίτητο για τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος (ιδιαίτερα με σημαντικά ποσοστά διείσδυσης των ΑΠΕ) και την κάλυψη της ζήτησης.

Ασχέτως των κανόνων της αγοράς, οι μονάδες φυσικού αερίου (είτε της ΔΕΗ, είτε οι ιδιωτικές) θα πρέπει να καλύψουν ζήτηση τουλάχιστον 12,5 εκ. MWh. Είναι προφανές ότι εφόσον η ενέργεια αυτή θα πρέπει να παραχθεί από τις μονάδες φυσικού αερίου, τότε το αντίστοιχο κόστος θα πρέπει να ανακτηθεί είτε μόνο μέσα από την πώληση της ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά (αυτό συνεπάγεται σημαντική αύξηση της Οριακής Τιμής Συστήματος) είτε από έναν συνδυασμό εσόδων από τη χονδρεμπορική αγορά και τον Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους.

Σε μια αγορά η οποία θα λειτουργούσε σε πραγματικά ανταγωνιστικές συνθήκες η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς θα ήταν αρκετή ώστε να καλύπτει το κόστος αυτό. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν συμβαίνει, με βασική αιτία τη συμπεριφορά στην αγορά της κυρίαρχης επιχείρησης που επωφελείται της υπερδεσπόζουσας θέσης της, με αποτέλεσμα να συμπιέζεται δραστικά η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς. Για τον λόγο αυτόν υπάρχει ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό λοιπόν στον πολίτη και καταναλωτή αυτής της χώρας είναι ότι από τη στιγμή που, τουλάχιστον για τα αμέσως προσεχή χρόνια, το ενεργειακό μίγμα για τον ηλεκτρισμό είναι δεδομένο η όποια μείωση του κόστους μπορεί να προέλθει μόνο από αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού, κυρίως της ΔΕΗ, καθώς και από μείωση προμήθειας της πρώτης ύλης.

Για τον λόγο αυτό και οφείλει να υιοθετηθεί από την κυβέρνηση ως εθνικός στόχος η μείωση των τιμών φυσικού αερίου στην Ελλάδα, οι οποίες ίσως είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη! Η εκτίμηση είναι πως μείωση τιμών φυσικού αερίου στα επίπεδα της Ισπανίας (που δεν έχει ιδιαίτερα φθηνό φυσικό αέριο) θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του κόστους για τον καταναλωτή περίπου 300 εκατ. ευρώ ετησίως.

Υπάρχει όμως και μια σημαντική δυνατότητα για αλλαγή του ενεργειακού μίγματος, σε επίπεδο χώρας, σε ορίζοντα περίπου τεσσάρων ετών (βραχύ χρονικό διάστημα όσον αφορά τον ενεργειακό σχεδιασμό). Η δυνατότητα αυτή συνίσταται στην υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα.

Η διασύνδεση αυτή θα επέτρεπε την παύση λειτουργίας των ρυπογόνων και ακριβών πετρελαϊκών μονάδων που καλύπτουν τη ζήτηση στο νησί και την εξοικονόμηση περίπου 350 εκατ. ευρώ τον χρόνο, τα οποία σήμερα πληρώνουν οι καταναλωτές μέσω του τέλους για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Το ποσό αυτό είναι αρκετό για να χρηματοδοτηθεί η επένδυση σε χρονικό ορίζοντα μικρότερο των τεσσάρων ετών καθώς τα διάφορα σενάρια για τη διασύνδεση δείχνουν ότι το κόστος της ανέρχεται στα 600-1.200 εκατ. ευρώ.

Η Ελλάδα αγωνίζεται να επανέλθει στον δρόμο της ανάπτυξης με την προσέλκυση και μεγάλων επενδύσεων και η ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης μπορεί να αποτελέσει εμβληματικό έργο ανάπτυξης, θα μπορούσε μάλιστα να τεθεί υπό την αιγίδα του ίδιου του πρωθυπουργού. Πόσο μάλλον που η χρηματοδότηση (από τα τέλη για τις ΥΚΩ που ήδη πληρώνουν οι καταναλωτές) είναι στο μεγαλύτερο μέρος ήδη εξασφαλισμένη!

* Ο Δρ Γιώργος Στάμτσης είναι Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξάρτητων Εταιριών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΑΗ).

*Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με τον αρθρογράφο; Τι γνώμη έχετε;

To Εuro2day.gr ενθαρρύνει τον διάλογο και την έκφραση απόψεων από τους αναγνώστες. Σχολιάστε το άρθρο και πείτε την άποψή σας δημόσια για όσα συμβαίνουν και μας αφορούν όλους. Αν θεωρείτε το άρθρο σημαντικό, διαδώστε το με τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v