Το στίγμα του χρέους

Όταν κάποιος βάζει το χέρι στην τσέπη με σκοπό να επενδύσει, δεν κοιτά το πεδίο των εντυπώσεων αλλά εκείνο της ουσίας. Σε αυτό το πεδίο, λοιπόν, η όποια χρησιμότητα των στοιχείων περί φορολογίας στην Ελλάδα, που ανακοίνωσε χθες ο ΟΟΣΑ. 

Το στίγμα του χρέους

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Μπορεί να «έφτιαξε τίτλους», χθες, η έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολογία στην Ελλάδα, επί της ουσίας, όμως, ήταν «περσινά ξινά σταφύλια».

Ότι γίναμε «πρωταθλητές» στις αυξήσεις φόρων τα τελευταία χρόνια το γνωρίζαμε ήδη, όσο χρήσιμη κι αν ήταν η έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης “Revenue Statistics 1965-2017”, που ήρθε στη δημοσιότητα, για την... εμπέδωση του γεγονότος.

Το γνωρίζαμε χάρη στο φορτίο που φέρει ο κάθε ειλικρινής φορολογούμενος πολίτης, το γνωρίζαμε εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ένας στους δύο έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία -παρά το κύμα κατασχέσεων και λοιπών αναγκαστικών μέτρων-, το γνωρίζαμε ακόμη και χάρη σε πρωτοφανή φαινόμενα για την ελληνική κοινωνία, όπως είναι οι αποποιήσεις κληρονομιών για την αποφυγή φορολογικών βαρών ή η υποβολή χωριστών φορολογικών δηλώσεων από συζύγους.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν κόμισαν γλαύκα στην Αθήνα, οι φίλτατοι του ΟΟΣΑ.

Κυριότερα, εάν υπάρχει μία ιδιαίτερη χρησιμότητα σε μία μελέτη η οποία αναδεικνύει ως πρωταθλήτρια τη χώρα μας στις αυξήσεις φόρων μεταξύ των κρατών-μελών ενός διεθνούς Οργανισμού, όπως ο ΟΟΣΑ,  είναι ότι επιβεβαιώνει πέραν πάσης αμφιβολίας τον μυωπικό τρόπο με τον οποίο οι εταίροι και δανειστές μας αντιμετώπισαν την υπόθεση του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Φέρνει στο προσκήνιο, δηλαδή, τον εμμονικό τρόπο με τον οποίο ζητείται από μία χώρα, η οποία έχει γνωρίσει μία θηριώδη ύφεση, να αποπληρώσει «εις το όλον» τις υποχρεώσεις της, μέσω εξίσου θηριωδών πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% επί του ΑΕΠ της έως το 2022 και 2,2% για τις επόμενες δεκαετίες, όταν είναι σαφές πως το γεγονός αυτό της... κόβει τα πόδια.

Διότι αμφιβάλλει κανείς ότι οι δυνατότητες οικονομικής ανάκαμψης της χώρας -και άρα εξυπηρέτησης του χρέους της- θα ήσαν ισχυρότερες, εάν δεν υπήρχε η υποχρέωση εμφάνισης αυτών των πρωτογενών πλεονασμάτων;

Αμφιβάλλει κανείς ότι καίρια ζητήματα, όπως τα «κόκκινα δάνεια», τα οποία «ακρωτηριάζουν» τον τραπεζικό τομέα, θα αντιμετωπίζονταν ευχερέστερα, εάν οι πολίτες/δανειολήπτες/φορολογούμενοι δεν υπέφεραν τόσο υψηλή φορολόγηση;

Συμπαθή και ευπρόσδεκτα, προφανώς, τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που έχουν ήδη εγκρίνει οι φίλτατοι εταίροι και δανειστές μας, τόσο μέσω της δεκαετούς «περιόδου χάριτος» όσο και στο επιτοκιακό πεδίο ή στη λεγόμενη επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από τις τοποθετήσεις τους στα ελληνικά ομόλογα.

Όμως, αυτά τα μέτρα εδράζονται σε μία καίρια παραδοχή από την οποία εμφανίζονται αμετακίνητοι οι φίλτατοι Ευρωπαίοι: ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Διότι εάν αυτή η παραδοχή ανατρεπόταν, τότε ο δρόμος για τη λήψη... άλλων μέτρων θα άνοιγε διάπλατα.

Ως απότοκο όλων αυτών βεβαίως, στέκουμε σήμερα αντιμέτωποι τόσο με την ανάδειξή μας ως «πρωταθλητών» στις αυξήσεις φορολογίας, όσο και με την αδυναμία μας να πείσουμε τη διεθνή επενδυτική κοινότητα ως προς το αξιόχρεό μας, καθώς ακόμη φέρουμε το «στίγμα» του χρέους, το οποίο κατά τη δική τους εκτίμηση δεν είναι... όσο βιώσιμο θα ήθελαν οι εταίροι μας.

Γεγονός το οποίο αποτυπώνεται κατά τρόπο ιδιαίτερα εύγλωττο στο επίπεδο των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και δη του δεκαετούς, που αρνούνται, κατά τρόπο σχεδόν εξίσου εμμονικό, να προσεγγίσουν εκείνες ομοειδών οικονομιών, όπως της Πορτογαλίας.

Υπάρχει ωστόσο και μία «κρυφή» πτυχή στη χθεσινή έκθεση του ΟΟΣΑ, τυχόν παράλειψη αναφοράς στην οποία θα συνιστούσε ατόπημα. Αυτή αφορά στην αναποτελεσματικότητα της φορολογικής πολιτικής καθώς και του φοροεισπρακτικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν της κρίσης.

Δεν μεταπηδήσαμε τυχαία από την «ουρά» της κατάταξης στην κορυφή, εξάλλου, ούτε και το χρέος μας δημιουργήθηκε... τυχαία.  

Νίκος Γ. Δρόσος n.drosos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus