Τι κρατά πίσω το ευρώ στη μάχη των νομισμάτων

Οι δηλώσεις της Κίνας που αποσκοπούν στο να γίνει το ρενμίνμπι αποθεματικό νόμισμα και η θέση του ευρώ. Οι δύο προϋποθέσεις για να βελτιωθεί το στάτους του κοινού νομίσματος.

Τι κρατά πίσω το ευρώ στη μάχη των νομισμάτων
  • του Martin Sandbu

Ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ έχει ζητήσει το ρενμίνμπι να αποκτήσει status παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Αποτελεί υπενθύμιση -όχι ότι χρειάζεται- πως η κούρσα για την κυριαρχία των παγκόσμιων νομισματικών συστημάτων και συστημάτων πληρωμών έχει αρχίσει.

Θα πρέπει επίσης -και αυτό είναι πολύ απαραίτητο- να λειτουργήσει ως κίνητρο για την Ευρώπη να ανεβάσει ταχύτητα και να σοβαρευτεί ως προς τις προσπάθειές της να παραμείνει στην κούρσα. Αυτό είναι το θέμα του σημερινού newsletter.

Η δήλωση προθέσεων του Σι για το ρενμίνμπι προβάλλει μια αντίθεση μεταξύ της Κίνας και της ΕΕ που αξίζει να παρατηρήσουμε. Ας δούμε τις ομοιότητες πρώτα.

Και οι δυο εδώ και κάποιον καιρό λένε πως θέλουν το νόμισμά τους να αποκτήσει μεγαλύτερη χρήση διεθνώς. Καμία από τις δυο δεν είναι ευχαριστημένη με την εξάρτησή τους από το αμερικανικό δολάριο σε πολλές από τις συναλλαγές τους με τρίτες χώρες.

Αλλά μέχρι στιγμής καμία από τις δυο δεν είναι πρόθυμη να κάνει τα θεμελιώδη βήματα που χρειάζονται για να μετατρέψουν τα νομίσματά τους σε παγκόσμιες νομισματικές άγκυρες –πλήρη μετατρεψιμότητα, στην περίπτωση του ρενμίνμπι, ή, στην περίπτωση του ευρώ, γραμμές swap με τρίτες χώρες και μεγάλος όγκος κοινού δημόσιου χρέους.

Ως εκ τούτου, το  νεύμα του ηγέτη της Κίνας έχει μεγάλη σημασία. Αν ο Σι θέλει πράγματι το ρενμίνμπι να γίνει ένα νόμισμα με παγκόσμια χρήση, πόσο μάλλον ανταγωνιστής του δολαρίου, τότε οι πολιτικές της Κίνας θα αλλλάξουν. Αντιθέτως, όταν οι υπουργοί Οικονομικών των έξι μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών λένε πως θέλουν μεγαλύτερη διεθνοποίηση του ευρώ -όπως έκαναν μόλις πρόσφατα- η λογική απάντηση είναι «να το δω για να το πιστέψω».  

Αυτό επειδή, σε αντίθεση με την Κίνα, η ΕΕ μέχρι τώρα δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να γίνει μια παγκόσμια δύναμη. Ενώ το Πεκίνο είναι πρόθυμο να αναζητήσει και στη συνέχεια να επιδιώξει πολιτικές που θα προσελκύσουν άλλες χώρες στην οικονομική του τροχιά, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είτε είναι ανίκανες να σχηματίσουν στρατηγικούς στόχους σε επίπεδο φιλοδοξίας παγκόσμιας δύναμης, ή είναι απρόθυμες να σκεφτούν τις πολιτικές εκείνες που απαιτούνται για τέτοιους στόχους.

Απουσία αυτού, είναι φυσικό η διεθνής χρήση του ευρώ να παραμένει στάσιμη στην 2η θέση και με διαφορά από το αμερικανικό νόμισμα. Και αν η Κίνα έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το θέμα του ρενμίνμπι σοβαρά –και η ενθάρρυνση του Σι σημαίνει πως η μετατρεψιμότητα θα βελτιωθεί, για παράδειγμα- τότε το ευρώ θα πρέπει να περιμένει πως ακόμα και η δεύτερη θέση θα υπονομευθεί.

Για να αλλάξει αυτό, οι χώρες και οι θεσμοί του ευρώ πρέπει να βρουν τη βούληση να υιοθετήσουν μέτρα με συγκεκριμένο σκοπό να γίνει το νόμισμα κάτι που οι άλλοι θέλουν να χρησιμοποιήσουν. Για να το θέσουμε ωμά: μια προσφορά που δεν μπορούν (ή τουλάχιστον είναι απίθανο) να αρνηθούν. Εξού, η αναφορά μου για γραμμές swap και για κοινά ομόλογα.

Οι γραμμές swap είναι ο τρόπος με τον οποίον οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν ως έσχατοι δανειστές χρηματοπιστωτικών συστημάτων πέραν των δικών τους δικαιοδοσιών: δανείζουν το χρήμα τους σε άλλες κεντρικές τράπεζες ώστε εκείνες οι κεντρικές τράπεζες, με τη σειρά τους, να μπορέσουν να παράσχουν ρευστότητα σε (αυτό που από τη δική τους άποψη είναι) ξένο νόμισμα σε ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τη χώρα τους.

Αυτό είναι ουσιώδες επειδή καμία σοβαρή κεντρική τράπεζα δεν θα άφηνε το τραπεζικό της σύστημα να συγκεντρώσει τόσο μεγάλο παθητικό σε ξένο συνάλλαγμα που δεν θα μπορούσε να διασωθεί σε μια περίπτωση κρίσης (μια κεντρική τράπεζα μπορεί να δημιουργήσει όση ρευστότητα θέλει στο τοπικό νόμισμα, αλλά κανένας δεν μπορεί να τυπώσει το χρήμα μιας άλλης χώρας).

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ένα δίκτυο γραμμών swap, αλλά μόνο με τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα μεγάλα νομίσματα. Διατηρεί επίσης μια σειρά διμερών γραμμών repo, που έχουν παρόμοια λειτουργία, αλλά μόνο με ευρωπαϊκά μέλη εκτός ευρώ και ορισμένα μικρά ευρωπαϊκά κράτη. Αλλά τίποτα από αυτά δεν σχετίζεται με τις μικρότερες μη ευρωπαϊκές οικονομίες στις οποίες ένα πιο διεθνοποιημένο ευρώ θα διαγωνίζονταν για μερίδιο αγοράς.

Αν οι Ευρωπαίοι ηγέτες εννοούν σοβαρά την ενίσχυση τουρ ρόλου του ευρώ, τότε πρέπει να υιοθετήσουν τις γραμμές swap του ευρώ από την ΕΚΤ που θα έκανε τις πιο μικρού και μεσαίου μεγέθους μη ευρωπαϊκές χώρες να νοιώσουν ασφαλείς να συνδέσουν το τραπεζικό, χρηματοπιστωτικό και σύστημα πληρωμών στενότερα με το ευρώ.

Μια απόφαση για δέσμευση της νομισματικής στήριξης τρίτων χωρών σε περιόδους κρίσης, και πιθανόν η ανάληψη κάποιου ρίσκου κατά τη διαδικασία αυτή, είναι, φυσικά, μια βαθύτατα πολιτική απόφαση. Η ΕΚΤ μπορεί να δικαιολογηθεί που δεν το επιδιώκει αυτό από μόνη της. Θα χρειάζονταν ξεκάθαρη πολιτική υποστήριξη για να το κάνει. (αλλά η ΕΚΤ θα μπορούσε, βεβαίως, να ζητήσει μια τέτοια στήριξη ως κάτι απαραίτητο για τη διεθνοποίηση του ευρώ-ένα καθήκον για το οποίο διαθέτει ήδη πολιτική κάλυψη).

Η άλλη μεγάλη αλλαγή που θα έπρεπε να αποδεχθούν οι ηγέτες είναι να αφήσουν τις χρηματαγορές να δανείσουν περισσότερο χρήμα στην ΕΕ. Αν αυτό ακούγεται περίεργος τρόπος διατύπωσης, είναι επειδή ο συνήθης τρόπος -να αφήνεται η ΕΕ να δανείζεται περισσότερα από τις χρηματαγορές- είναι τόσο εγκλωβισμένος στην τοξική πολιτική παράλυση που κάνει δύσκολη τη διενέργεια ορθολογικού διαλόγου.

Από την έναρξη του ευρώ, η βασική προοπτική για τον κοινό δανεισμό ήταν πως κάνει τις δημοσιονομικά ισχυρές χώρες να πληρώνουν τον λογαριασμό για τις ασθενέστερες (σε κάποιες χώρες τα «ευρωομόλογα» είναι προσβολή).

Αλλά στο πλαίσιο της ενίσχυσης της διεθνούς ελκυστικότητας του ευρώ, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η ικανότητα μιας κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει μέσω ελλειμμάτων τις δαπάνες της, αλλά η ικανότητα των επενδυτών να έχουν πρόσβαση σε έναν ισολογισμό μιας δημόσιας αρχής σε μεγάλη κλίμα.

Ενώ ο δημόσιος τομέας πρέπει να δημιουργήσει υποχρεώσεις (δηλαδή να δανείζεται) ώστε να διακρατούν οι επενδυτές τέτοια περιουσιακά στοιχεία, η υποχρέωση δεν είναι απαραίτητο να χρηματοδοτεί καμία απολύτως δαπάνη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, όλα να πάνε σε ένα κρατικό επενδυτικό εργαλείο που θα επενδύει σε ιδιωτικά funds που χρηματοδοτούν πολλά υποσχόμενες ευρωπαϊκές startups για να αναπτυχθούν χωρίς να χρειάζεται να μετακομίσουν στις ΗΠΑ λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

Αυτό που εμπόδιζε την ΕΕ να κάνει αυτά τα πράγματα στο παρελθόν ήταν πως ενέχουν κινδύνους, και μάλιστα επιμερισμένους κινδύνους. Αλλά εάν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να εντυπώσει η τρέχουσα γεωπολιτική στιγμή στους ηγέτες, είναι πως ο κίνδυνος σε κάθε περίπτωση έχει επέλθει. Και πως, στην περίπτωση της Ευρώπης τουλάχιστον, ένας επιμερισμένος κίνδυνος θα είναι όλο και περισσότερο ένας μειωμένος κίνδυνος.

© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο