Η υποαπόδοση της ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ είναι από αυτά τα πράγματα που όλοι «απλά ξέρουν» (τούτου λεχθέντος, κάποιοι από εμάς έχουμε υποστηρίξει πως οι διαφορετικές μοίρες στις δυο πλευρές του Ατλαντικού είναι ένα μεταπανδημικό φαινόμενο και πως μέχρι το 2019 η Ευρώπη συμβάδιζε).
Από την εμπειρία μου, σπάνια μια πολιτική συζήτηση στις Βρυξέλλες ή σε κάποια πρωτεύουσα της ΕΕ δεν ξεκινά με διαμαρτυρίες πως οι ΗΠΑ ξεπερνούν την Ευρώπη.
Αλλά τον Φεβρουάριο, ο Seth Ackerman, συντάκτης της Jacobin, άναψε το φιτίλι στην λαϊκή σοφία, δείχνοντας πόσο ευαίσθητη είναι στους ορισμούς και τα μέτρα που επιλέγει ο καθένας. Ακολουθεί το διάγραμμά του που σκοτώνει:

Και οι δυο γραμμές εκφράζουν το ΑΕΠ της δυτικής Ευρώπης ως αναλογία αυτού των ΗΠΑ. Καμία δεν συγκρίνει τα ονομαστικά ΑΕΠ σε απλούς όρους χρήματος, που θα κυμαίνονταν, άνευ ουσίας, με τις διμερείς συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αντ’ αυτού, ορθά προσαρμόζονται για τον εγχώριο πληθωρισμό και τις διαφορές στις σχετικές τιμές μεταξύ των χωρών, γνωστές ως »προσαρμογή της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης».
Η επιχειρηματολογία του Ackerman επισημαίνει πως υπάρχουν δυο τρόποι που μπορείτε να το κάνετε αυτό. Για να κάνετε μια «πραγματική» σύγκριση ανάπτυξης σε βάθος χρόνου, μπορείτε να προσαρμόσετε την παραγωγή της κάθε περιοχής με βάση τα εγχώρια επίπεδα τιμών του εκάστοτε έτους για να εκφράσετε τα πάντα σε «σταθερές τιμές».
Έπειτα, συγκρίνετε αυτές τις δυο εμπειρίες ανάπτυξης χρησιμοποιώντας τη συναλλαγματική ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης εκείνης της χρονιάς.
Μια άλλη μέθοδος είναι να εφαρμόσετε τη συναλλαγματική ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης κάθε χρονιάς για να συγκρίνετε τα ΑΕΠ, και μόνο τότε να εξετάσετε το πώς εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου αυτή η σύγκριση.
Ο Ackerman δείχνει πως σε σταθερές τιμές του 2021, η δυτική Ευρώπη φθίνει σταδιακά σε σχέση με τις ΗΠΑ. Αλλά σε μεταβαλλόμενους όρους ή σε όρους «τρέχουσας» ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, οι δυο περιοχές παραμένουν σε αρκετά σταθερά επίπεδα επί δεκαετίες.
Το ίδιο, βεβαίως, μπορεί να γίνει και για την παραγωγικότητα σε επίπεδο οικονομίας. Στο παρακάτω διάγραμμα, χρησιμοποιώ τις ίδιες μεθοδολογίες μέτρησης χρησιμοποιώντας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (αντί για το συνολικό ΑΕΠ) και ολόκληρη την ΕΕ (αντί για τη δυτική Ευρώπη). Όλα τα δεδομένα προέρχονται από την Παγκόσμια Τράπεζα.

Δεδομένου ότι η ΕΕ έχει μεγαλύτερο πληθυσμό και περιλαμβάνει το πρώην κομμουνιστικό μπλοκ της ανατολικής Ευρώπης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτό το διάγραμμα αποκαλύπτει την ίδια αντίθεση με εκείνη του Ackerman: σε σταθερές τιμές του 2021, η ΕΕ έχει συντηρηθεί σε ένα σταθερό χάσμα πίσω από τις ΗΠΑ. Σε τρέχουσα ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, έχει σημειώσει σημαντική σύγκλιση -από το 60% του επιπέδου των ΗΠΑ στο γύρισμα του αιώνα, στο 74% σήμερα.
Δύο ορισμοί, δύο πολύ διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες οδηγούν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα πολιτικής και κρίσεις για τις προοπτικές της Ευρώπης. Ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Mario Draghi, προειδοποίησε για τις δυσκολίες στη μέτρηση στη διάσημη έκθεσή του, αλλά επέλεξε να φέρει στο προσκήνιο τα πιο απαισιόδοξα νούμερα, συμπεραίνοντας ότι:
«Η οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ είναι επίμονα βραδύτερη από εκείνη των ΗΠΑ τις τελευταίες δύο δεκαετίες...»
Η έκθεσή του, όπως μου εκμυστηρεύτηκε άνθρωπος που γνωρίζει εκ των έσω, ανατέθηκε με σκοπό να δημιουργηθεί μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που θα τρόμαζε τους πολιτικούς ηγέτες ώστε να αναλάβουν δράση. Η τρομοκράτηση πέτυχε. Η δράση, όχι και τόσο, ακόμα τουλάχιστον.
Η ανάρτηση του Ackerman ήταν το προοίμιο μιας έντονης συζήτησης μεταξύ οικονομολόγων. Το θέμα αναδείχθηκε από τον νομπελίστα οικονομολόγο Paul Krugman, ο οποίος τάχθηκε στο πλευρό του Ackerman, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ τα πάει μια χαρά, ευχαριστώ πολύ.
Έκτοτε, ο Krugman επανήλθε με περισσότερες αναρτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των δικών του εκδοχών του διαγράμματος. Στην αντίπαλη γωνία, ο Luis Garicano, καθηγητής στο London School of Economics και πρώην ευρωβουλευτής, παρουσίασε στοιχεία για να δείξει ότι τα πλουσιότερα μέρη της Ευρώπης πράγματι μένουν πίσω από τις ΗΠΑ, και ότι ο Krugman κάνει λάθος.
Διαβάστε τα επιχειρήματα και των δύο, καθώς είμαι σίγουρος ότι πρόκειται να τα αδικήσω. Ζητώντας συγγνώμη, νομίζω ότι και οι δύο έχουν δίκιο αλλά δεν συνεννοούνται μεταξύ τους, και επίσης χάνουν μια πιο βαθιά δυσκολία.
Ορίστε η δική μου συνοπτική παρουσίαση και των δύο.
Η κύρια επισήμανση του Krugman είναι ότι όταν μια οικονομία αυξάνει την παραγωγή της πολύ ταχύτερα από μια άλλη, η τιμή αυτού που παράγει μπορεί να μειωθεί ως αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η δεύτερη οικονομία θα δει τη σχετική αξία της δικής της παραγωγής να αυξάνεται. Ως ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: η άφθονη και ως εκ τούτου φθηνότερη τεχνολογία και το λογισμικό των ΗΠΑ κάνει τους πάντες πλούσιους! Επομένως, το ΑΕΠ της ΕΕ αναπτύσσεται εξίσου γρήγορα.
Ο Garicano αποκρούει, υπερασπιζόμενος τα μέτρα σταθερών τιμών. Επιχειρηματολογεί ότι αυτά δείχνουν με ακρίβεια ότι οι ΗΠΑ παράγουν πολύ περισσότερο λογισμικό ή τεχνολογία από ό,τι πριν, ανεξάρτητα από το αν οι τιμές αυτών των αγαθών και υπηρεσιών έχουν μειωθεί δραματικά. Το να κοιτάζουμε τη μετατροπή με βάση την τρέχουσα ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, υποστηρίζει, το παραβλέπει αυτό.
Ένας τρόπος για να ερμηνευθεί αυτή η διαφωνία είναι ότι συζητούν για διαφορετικά πράγματα. Ο Krugman λέει ότι η Ευρώπη είναι εξίσου πλούσια σε σχέση με τις ΗΠΑ όσο ήταν πάντα. Ο Garicano λέει ότι η Ευρώπη έχει επεκτείνει τις παραγωγικές της ικανότητες λιγότερο από ό,τι οι ΗΠΑ.
Αυτές οι δηλώσεις μπορούν να είναι και οι δύο αληθείς, στον βαθμό που ο πλούτος και η παραγωγική ικανότητα δεν είναι υπερβολικά στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Διασθητικά, η παραγωγικότητα αφορά την ικανότητά σου να παράγεις, όχι μόνο το εισόδημά σου.
Ένας λόγος για τον οποίο οι έννοιες αυτές ενδέχεται να διαφέρουν οφείλεται στο διεθνές εμπόριο: ο κόσμος μπορεί να αγοράσει αμερικανική τεχνολογία περίπου στις ίδιες τιμές που μπορούν και οι Αμερικανοί. (Αυτό λειτουργεί αμφίδρομα: η αύξηση της παραγωγικότητας των ΗΠΑ στην τεχνολογία μπορεί να είναι μεγαλύτερη από ό,τι θα ήταν διαφορετικά, επειδή η χώρα μπορεί να πουλήσει την τεχνολογία της σε όλο τον κόσμο.)
Αλλά αυτή η απάντηση -ότι ο Krugman μιλάει για την ευημερία και ο Garicano για την παραγωγικότητα- δεν είναι απόλυτα ικανοποιητική, εν μέρει επειδή δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι ερμηνεύουν τα επιχειρήματά τους. Και οι δύο ισχυρίζονται ότι μιλούν για τον πλούτο και την παραγωγικότητα. Ο Krugman λέει ότι η παραγωγικότητα είναι ο πλούτος μετρούμενος με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης σε σχέση με τις εισροές, ενώ ο Garicano αρνείται ότι η Ευρώπη έχει συμβαδίσει ακόμα και αν το δει κανείς μόνο με όρους πλούτου.
Αλλά και οι δύο φαίνεται επίσης να χάνουν σημαντικά σημεία. Ακόμα κι αν ο Krugman έχει δίκιο ότι η ΕΕ συμβαδίζει σε όρους σχετικής ευημερίας -και νομίζω ότι έχει δίκιο- έχει σημασία το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επέκτειναν την παραγωγή σε ορισμένους κορυφαίους τομείς ταχύτερα από την Ευρώπη. Αυτό είναι σημαντικό για την ανθεκτικότητα της ευημερίας της Ευρώπης, και εγείρει το ερώτημα γιατί η τελευταία δεν έχει επεκταθεί τόσο πολύ στην τεχνολογία όσο οι ΗΠΑ.
Ο Garicano, εν τω μεταξύ, έχει σαφώς δίκιο να τονίζει ότι η πραγματική επέκταση των όγκων παραγωγής σε σημαντικούς τομείς θα πρέπει να θεωρείται ως ένα είδος πλεονεκτήματος των ΗΠΑ. Αλλά όταν λέει ότι «το χάσμα στον υλικό πλούτο έχει μετατοπιστεί δραματικά υπέρ της Αμερικής», νομίζω ότι παραβλέπει την ιστορία που αφηγούνται τα στοιχεία της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.
Η σύγκριση με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης είναι αναμφισβήτητα ο σωστός τρόπος για να μετρηθεί πόσα μπορούν να αντέξουν οικονομικά οι Ευρωπαίοι σε σχέση με τους Αμερικανούς, ανεξάρτητα από το πώς έχουν εξελιχθεί οι όγκοι παραγωγής ανά τομέα. Και αυτή η σύγκριση δείχνει ελάχιστη αλλαγή με την πάροδο του χρόνου.
Στη ρίζα του παραδόξου βρίσκεται η μη συγκρισιμότητα όλων όσων συνθέτουν το ΑΕΠ. Τα μήλα με τα πορτοκάλια, αντίθετα με τη γνωστή ρήση, μπορούν να συγκριθούν (μπορείτε να τα μετρήσετε ή να τα ζυγίσετε, για παράδειγμα). Αλλά πώς συγκρίνετε ή αθροίζετε τσιπ υπολογιστών, σκανδιναβικές υπαρξιακές ταινίες, προσούτο Πάρμας, μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και πολυτελείς τσάντες; Είναι η διαφορετική σύνθεση του ΑΕΠ των ΗΠΑ και της Ευρώπης που καθιστά δυνατές αυτές τις δύο αντιφατικές ιστορίες ανάπτυξης.
Οι λάτρεις της ιστορίας της οικονομικής σκέψης θα δουν εδώ τον απόηχο της αντιπαράθεσης για το κεφάλαιο του Κέιμπριτζ. Επρόκειτο για μια πνευματική διαμάχη στις πρώτες μέρες της θεωρίας της ανάπτυξης σχετικά με το αν είχε νόημα να μοντελοποιείται η οικονομία ως μια ομοιογενής μάζα αυτού που ονομαζόταν «κεφάλαιο».
Οι οικονομολόγοι στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας έλεγαν ότι αυτό δεν είχε νόημα επειδή το υφιστάμενο κεφάλαιο λαμβάνει πολλές μη συγκρίσιμες μορφές. Οι οικονομολόγοι στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης έλεγαν ότι θα το έκαναν ούτως ή άλλως, μετρώντας το κεφάλαιο σε δολάρια ή λίρες, και επέδειξαν με περηφάνια τα μαθηματικά διαχειρίσιμα μοντέλα που προέκυψαν. Το συμπέρασμα, όπως μου το δίδαξαν, ήταν ότι οι Βρετανοί είχαν δίκιο, αλλά οι Αμερικανοί κέρδισαν.
Η σύνδεση με το παζλ ΕΕ-ΗΠΑ είναι ότι αθροίζουμε την ανάπτυξη σε διαφορετικούς τομείς, ακριβώς όπως θα αθροίζαμε διαφορετικούς τύπους κεφαλαίου. Σταθμίζουμε τα αγαθά και τις υπηρεσίες με βάση την αγοραία τιμή τους, η οποία είναι το καλύτερο μέτρο που έχουμε για την οικονομική τους σημασία.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιλογή δεικτών τιμών -όπως οι αποπληθωριστές ΑΕΠ και οι ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης. Αν θέλουμε πραγματικά να κάνουμε συγκρίσεις παραγωγικότητας σε όρους ΑΕΠ μεταξύ χωρών και διαχρονικά, θα υπάρχουν πάντα πολλαπλές απαντήσεις.
Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Η προσέγγιση κακής πίστης είναι να επιλέξετε το μέτρο που ταιριάζει καλύτερα στις πολιτικές σας προτιμήσεις. Η διανοητικά έντιμη προσέγγιση μπορεί να είναι η μηδενιστική, η οποία λέει ότι το ερώτημα είναι κακώς ορισμένο, ή τουλάχιστον ότι δεν έχει μία και μοναδική σωστή απάντηση.
Το λιγότερο που μπορείτε να κάνετε είναι να είστε συνεπείς. Συγκεκριμένα, αν αποδέχεστε την ιστορία της σχετικής στασιμότητας, θα πρέπει επίσης να αποδεχτείτε και τις άλλες επιπτώσεις των μεγεθών σε σταθερές τιμές, τις οποίες μπορείτε να δείτε γυρίζοντας πίσω στον χρόνο στα παραπάνω διαγράμματα.
Πριν από τριάντα χρόνια, για παράδειγμα, το ΑΕΠ αυτού που αποτελεί σήμερα την ΕΕ ήταν σχεδόν 30% μεγαλύτερο από εκείνο των ΗΠΑ. Επιπλέον, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ τότε για τα σημερινά 27 κράτη μέλη της ΕΕ -συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μόλις είχαν υποστεί μια μετακομμουνιστική οικονομική κατάρρευση- ήταν το ίδιο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ όπως και σήμερα.
Είστε πρόθυμοι να το ισχυριστείτε αυτό; Αν όχι, μην ισχυρίζεστε ούτε ότι η Ευρώπη μένει πίσω.
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation