Κρατικοποίηση ή όχι; Ιδού η απορία…

Κάποιοι τάσσονται υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιοι την ονομάζουν "κρατικοποίηση", άλλοι λένε πως τεχνικά αυτό δεν ισχύει. Αυτό που έχει όμως σημασία είναι ότι τελικά κάποιος θα επωμιστεί το κόστος της αναδιάρθρωσης των τραπεζών.

  • Martin Wolf
Κρατικοποίηση ή όχι; Ιδού η απορία…
Η κ. Lindsey Graham, γερουσιαστής των ρεπουμπλικανών, ο κ. Alan Greenspan, πρώην πρόεδρος της Fed, και ο κ. James Baker, ο δεύτερος υπουργός Οικονομίας επί προεδρίας Reagan, τάσσονται υπέρ. Ο κ. Ben Bernanke, νυν πρόεδρος της Fed, και αρκετοί φιλελεύθεροι δημοκράτες τάσσονται κατά. Τι τους χωρίζει; Η απάντηση είναι η "κρατικοποίηση".

Το 1978 ο Alfred Kahn, σύμβουλος για θέματα πληθωρισμού του Προέδρου Jimmy Carter χρησιμοποίησε τη λέξη "ύφεση". Αυτό προκάλεσε τέτοιο θυμό στον Αμερικανό Πρόεδρο που ο Kahn αναγκάστηκε αντί της συγκεκριμένης να χρησιμοποιεί τη λέξη "μπανάνα". Όμως, η ύφεση την οποία προέβλεψε ο Kahn έγινε, ασχέτως… ονόματος.

Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με την κρατικοποίηση. Στην πραγματικότητα έχει ήδη συμβεί: πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγράψει κανείς τις δράσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αναφορικά με τις Fannie Mae, Freddie Mac, AIG και σε μεγάλο βαθμό με τη Citigroup; Δεν είναι άραγε η κρατικοποίηση η... μεγάλη οικονομική μπανάνα;

Μεγάλο μέρος της διαμάχης είναι σημασιολογικό. Στο βάθος όμως βρίσκονται τουλάχιστον δύο μεγάλα ζητήματα: ποιος επωμίζεται το κόστος και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αναδιοργανωθούν οι τράπεζες;

Οι τράπεζες είμαστε εμείς. Η διαμάχη πολύ συχνά διεξάγεται λες και οι τράπεζες μπορούν να τιμωρηθούν χωρίς κόστος για τον απλό λαό. Αν όμως έχουν καταγράψει ζημίες, κάποιος πρέπει να τις επωμιστεί.

Στην ουσία, η απόφαση που ελήφθη είναι ότι το βάρος των ζημιών, που κανονικά θα έπρεπε να επιβαρύνει τους πιστωτές, το επωμίζονται τελικά οι φορολογούμενοι. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι και οι μέτοχοι χρειάζεται να διασωθούν. Όμως, ορθώς, αυτό δεν έγινε: οι τιμές των μετοχών έχουν πράγματι καταρρεύσει. Γι’ αυτό όμως υπάρχουν οι μέτοχοι.

Εντούτοις, το μεγαλύτερο μέρος των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων χρηματοδοτείται μέσα από δανεισμό και όχι μέσω μετοχών. Ως εκ τούτου, η απόφαση να μην πειραχτούν οι πιστωτές έχει τεράστιες συνέπειες. Αν δεχτούμε τον ορισμό του κ. Bernanke, ότι η κρατικοποίηση είναι η απόφαση να εξαφανιστούν οι ιδιώτες μέτοχοι, τότε μπορούμε να ονομάσουμε αυτήν τη δραστηριότητα κοινωνικοποίηση.

Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά;

Τα μεγαλύτερα κατά είναι δύο: Πρώτον, η κοινωνικοποίηση των ζημιών μειώνει το κόστος χρηματοδότησης για τις mega-banks, οδηγώντας σε επιλεκτική πριμοδότηση των ισολογισμών τους. Αυτό, με τη σειρά του, μεγαλώνει το πρόβλημα που υπάρχει με τις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες λόγω μεγέθους πρέπει να διασωθούν.

Δεύτερον, δίνει στους μετόχους option με περιθώριο ανόδου, με την τρέχουσα αποτίμηση της αγοράς, και σχεδόν μηδενικό ρίσκο όσον αφορά στο περιθώριο υποχώρησης. Αυτό θα δώσει κίνητρα για πτώχευση.

Έτσι, η κοινωνικοποίηση των ζημιών αυξάνει την ανάγκη για μεγαλύτερο έλεγχο του management. Οι τέσσερις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες των ΗΠΑ (JP Morgan Chase, Citigroup, Bank of America και Wells Fargo) κατέχουν το 64% των περιουσιακών στοιχείων των αμερικανικών εμπορικών τραπεζών (βλ. διάγραμμα). Αν οι πιστωτές αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούν να υποστούν σημαντικές απώλειες, τότε τι σόι "οικονομία της αγοράς" έχουμε;

Το υπέρ της μερικής κοινωνικοποίησης έγκειται στο ότι εξαλείφει τον κίνδυνο ενός νέου πανικού μεταξύ των πιστωτών, ή του να περάσουν σε επενδυτές όπως τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία οι υποχρεώσεις των τραπεζών. Αφού τα τραπεζικά ομόλογα αντιστοιχούν στο ένα τέταρτο των αμερικανικών επιχειρηματικών ομολόγων, ο κίνδυνος του πανικού είναι πραγματικός.

Στον απόηχο της κατάρρευσης της Lehman Brothers, η απόφαση που φαίνεται ως η μόνη εναλλακτική λύση στην άτακτη κατάρρευση είναι πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Και αυτό είναι τρομακτικό.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι το πώς θα αναδιαρθρωθούν οι τράπεζες. Ένα είναι ξεκάθαρο: όταν κάποιος αποφασίσει να σώσει τους πιστωτές, τότε η επανακεφαλαιοποίηση δεν μπορεί πλέον να προέλθει από τα debt-into-equity swaps, τα οποία συνηθίζονται στις περιπτώσεις πτώχευσης.

Έτσι, αυτό που μένει είναι είτε τα κρατικά κεφάλαια είτε τα ιδιωτικά. Στην πραγματικότητα, και οι δύο πιθανότητες, πρακτικά τουλάχιστον, μπλοκάρονται στις ΗΠΑ. Η πρώτη λόγω πολιτικών διαφωνιών, η δεύτερη εξαιτίας αβεβαιοτήτων - σχετικά με την αποτίμηση των τοξικών στοιχείων, με τη μελλοντική αντιμετώπιση των μετόχων και με την πιθανή πορεία της οικονομίας.

Αυτό καθιστά την τράπεζα-"ζόμπι" πιθανή εναλλακτική. Προσοχή όμως, τέτοιες τράπεζες-"ζόμπι", με χαμηλά κεφάλαια, καθιστούν δύσκολη την αναγνώριση ζημιών ή την επέκταση του δανεισμού τους.

Η απάντηση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομίας είναι το stress-test, που αφορά και στις 19 τράπεζες με περιουσιακά στοιχεία που ξεπερνούν τα 100 δισ. δολάρια. Από αυτές ζητείται να εκτιμήσουν τις ζημίες σε δύο ενδεχόμενα, το χειρότερο εκ των οποίων υποθέτει (αρκετά αισιόδοξα μάλιστα) ότι η μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 4% στο β΄ και στο γ΄ τρίμηνο του 2009. Οι εποπτικές αρχές θα αποφασίσουν εάν απαιτούνται επιπλέον κεφάλαια. Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που θα χρειαστούν περισσότερα κεφάλαια θα εκδώσουν μετατρέψιμες προνομιούχες μετοχές προς το υπουργείο Οικονομίας και θα έχουν περιθώριο έξι μηνών για τη συγκέντρωση ιδιωτικών κεφαλαίων. Αν αποτύχουν, οι μετατρέψιμες μετοχές θα μετατραπούν σε απλές.

Αυτό είναι στην πράξη η κοινωνικοποίηση ζημιών - εξασφαλίζει ένα δημόσιο ανάχωμα για την προστασία των πιστωτών. Αυτό θα μπορούσε να καταλήξει σε απόκτηση ποσοστού ελέγχου από την κυβέρνηση σε ορισμένες τράπεζες - όπως για παράδειγμα η Citigroup. Αυτό όμως, σύμφωνα με τους… σχολαστικούς, δεν αποτελεί κρατικοποίηση.

Ποια είναι τότε τα υπέρ και τα κατά αυτής της προσέγγισης, σε σύγκριση με την ξεκάθαρη κρατικοποίηση των τραπεζών; Σύμφωνα με τον κ. Douglas Elliott, αναλυτή της Brookings Institution, μέρος της απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι ότι δεν έχει ξεκαθαριστεί εάν οι τράπεζες είναι αφερέγγυες. Αν έχει δίκιο ο κ. Nouriel Roubini (όπως συμβαίνει μέχρι τώρα), είναι. Αν όχι, δεν είναι. Ο καθηγητής κ. Roubini εκτιμά για τον λόγο αυτόν ότι θα ήταν καλύτερο να περιμένουμε έξι μήνες, χρόνος κατά τον οποίο θα ξεκαθαριστεί το τοπίο όσον αφορά στο ποιες τράπεζες είναι αφερέγγυες και ποιες δεν είναι. Και τότε θα φανεί ότι όλες οι τράπεζες δεν έχουν επαρκή κεφάλαια.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιδέα της κρατικοποίησης θα πρέπει να θεωρείται συνώνυμη της αναδιάρθρωσης. Ελάχιστοι είναι αυτοί που πιστεύουν πως θα υπάρξει καλύτερη διαχείριση των τραπεζών υπό την κρατική εποπτεία.

Το πλεονέκτημα της κρατικοποίησης τότε θα είναι πως θα επιτρέψει την αναδιάρθρωση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων και τον διαχωρισμό σε καλές και σε κακές τράπεζες. Τα μεγάλα μειονεκτήματα ενυπάρχουν στην οργάνωση της εξαγοράς και στην ακόλουθη αναδιάρθρωση τέτοιων περίπλοκων οργανισμών.

Αν δεν υφίσταται επιβάρυνση των πιστωτών με τις ζημίες, τότε το κράτος μπορεί να είναι ο ιδιοκτήτης των τραπεζών αυτών για αρκετό διάστημα πριν τις επιστρέψει στην αγορά.

Το οδυνηρό μάθημα που παίρνουμε είναι ότι οι mega-banks του κόσμου είναι πολύ περίπλοκες για να τις διαχειριστούμε, πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν και πολύ δύσκολο να αναδιαρθρωθούν. Όμως, καθώς οι ανησυχίες επηρεάζουν πλέον εμφανώς τις μετοχές, οι τράπεζες πρέπει να διορθωθούν με συστηματικό τρόπο. Τα stress tests χρειάζεται να είναι πιο αυστηρά απ’ ό,τι προβλέπεται σήμερα. Στη συνέχεια θα πρέπει να έρθει η επανακεφαλαιοποίηση.

Ονομάστε το "μπανάνα" αν θέλετε. Όμως, η αναδιάρθρωση των τραπεζών πρέπει να ξεκινήσει.
© The Financial Times Limited 2009. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο