Επανεκτίμηση του ρωσικού ”ρίσκου” από τη Δύση

Η επανεκλογή Putin στο θέση του Ρώσου Προέδρου έχει προκαλέσει ερωτήματα. Θα προσπαθήσει ο κ. Putin να ασκήσει πολιτική, ο στόχος της οποίας θα είναι η αύξηση της δικής του ισχύος ή μαζεύει δυνάμεις ώστε να θέσει τις βάσεις για μια πιο αποδοτική ρωσική δημοκρατία και οικονομία;

του Robert Hunter (*)

H επανεκλογή του Vladimir Putin στη θέση του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας έχει προκαλέσει κάποια ενδιαφέροντα ερωτηματικά.

Θα προσπαθήσει ο κ. Putin να ασκήσει πολιτική, ο στόχος της οποίας θα είναι η αύξηση της δικής του δύναμης, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τις υποτυπώδεις ισορροπίες της Ομοσπονδίας, στα χνάρια της πάλαι ποτέ τσαρικής εξουσίας ή συγκεντρώνει δύναμη ώστε να θέσει τις βάσεις για μια πιο αποδοτική δημοκρατία–και οικονομία – από αυτήν που έχει συσταθεί μετά από δεκαετίες επανειλημμένων δοκιμών και λαθών;

Λίγοι στην Ρωσία θεωρούν πως υπάρχει περίπτωση να επιστρέψει η χώρα στο απολυταρχικό παρελθόν της, είτε αυτό των τσάρων, είτε αυτό που είχαν εγκαταστήσει οι μπολσεβίκοι.

Όσες προσπάθειες και να καταβάλλει ο κ. Putin να χαλιναγωγήσει τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης, οι ρώσοι ανέτρεψαν το σοβιετικό καθεστώς διαθέτοντας πολύ πιο περιορισμένη ενημέρωση από αυτήν που προσφέρει σήμερα το κινητό τηλέφωνο και το διαδίκτυο.

Όσο και αν αντικατασταθούν οι Ρώσοι βαρόνοι από την κρατική ολιγαρχία, η ρωσική οικονομία δεν μπορεί να απομονωθεί ξανά από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης.

Πριν από μια δεκαετία περίπου, οι ευρωπαίοι και αμερικανοί ”σύμμαχοι” πήραν μια απόφαση τεράστιας στρατηγικής σημασίας. Ο αμερικανός πρόεδρος George W. Bush είχε θέσει τον στόχο της ”ελεύθερης ενιαίας Ευρώπης”, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη Ρωσία και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Οι δυτικοί ηγέτες συνέκριναν την περίπτωση της πρώην υπερδύναμης με την αντιμετώπιση της Γερμανίας μετά από δυο παγκοσμίους πολέμους και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία σύμφωνα με το μεταπολεμικό μοντέλο: προώθηση μεταπολεμικού συνυπολογισμού και ενθάρρυνσης αντί για τιμωρία και απομόνωση.

Αλλά ο κ. Putin έχει προκαλέσει διάβρωση των δυτικών ελπίδων για προσήλωση του σε δημοκρατικές αρχές και αυτή τη στιγμή, Η.Π.Α. και Ευρώπη καλούνται να αποφασίσουν εάν θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν το μεγάλο ιστορικό στοίχημα για το μέλλον της Ρωσίας. Σε μεγάλο βαθμό, οι επιλογές τους είναι περιορισμένες.

Οι Η.Π.Α. ασχολούνται αυτή τη στιγμή με τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, στον οποίο εμπλέκεται πλέον και η Ευρώπη μετά τον βομβαρδισμό στη Μαδρίτη. Η ρωσική συνεργασία στην μάχη αυτή είναι και σημαντική και ευπρόσδεκτη και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ρώσος πρόεδρος ήταν ο πρώτος που επικοινώνησε με τον George W. Bush αμέσως μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Ρωσία θα παραμείνει μικρότερη δύναμη και στα επόμενα χρόνια, δεν μπορεί να αγνοηθεί, τη στιγμή που οι Η.Π.Α. ξεκινούν νέες προσπάθειες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, προσπαθώντας ταυτόχρονα, μαζί με τους συμμάχους της, να αποπέμψει οποιαδήποτε επανάληψη των ταραχών του 20ου αιώνα στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Όλα αυτά συνηγορούν στο ”να κάνουν τα στραβά μάτια” για τις εγχώριες πολιτικές και πρακτικές του κ. Putin. Αλλά για πόσο ακόμα; Τις τελευταίες δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική ασφαλείας στην Ευρώπη έχει μετακινηθεί από τις θεωρίες ισορροπίας δυνάμεων, σε έναν συνδυασμό δημοκρατίας και οικονομικής προόδου σε ελεύθερη αγορά.

Οι Η.Π.Α. προωθούν μέχρι στιγμής, παρά τις αντιρρήσεις των ευρωπαίων, μια αντίστοιχη πολιτική στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Είναι σαφές ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορεί να λείψει από μια τέτοια ιστορική εξέλιξη.

Στο σημείο αυτό τίθεται και το κρίσιμο ερώτημα. Θα πρέπει η οικονομική μεταρρύθμιση να αντιμετωπισθεί θετικά ως έχει, με μόνη προϋπόθεση τη δημοκρατία που θα βασίζεται σε μια αργή αλλά σταθερή ανάδυση της μεσαίας τάξης; Κάτι παρόμοιο δούλεψε σε χώρες όπως η Ταϊβάν και η Νότιος Κορέα.

Ή θα πρέπει η οικονομική ανάπτυξη να συμβαδίσει με κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις; Κάτι τέτοιο πραγματοποιήθηκε τόσο στην αμερικανική ήπειρο όσο και στην Ευρώπη, αν και χρειάστηκαν δεκαετίες ή ακόμη και αιώνες και όχι λίγα χρόνια. Επισημαίνεται, ότι, τουλάχιστον η αμερικανική κοινή γνώμη δεν είναι θετική ως προς το ενδεχόμενο υποστήριξης μιας Ρωσίας που υποδέχεται μεν τον φιλελεύθερο καπιταλισμό αλλά μένει πίσω σε ζητήματα δημοκρατίας.

Δεδομένου του μεγάλου ενδιαφέροντος για την τύχη της Ρωσίας, ώστε να διαδραματίσει σε μακροπρόθεσμη βάση τον ρόλο της στη διεθνή κοινότητα, η δύση θα πρέπει να εμπιστευθεί τα λεγόμενα του κ. Putin και να υποστηρίξει περισσότερο την ρωσική οικονομία.

Αλλά, η διεθνής κοινότητα, χρειάζεται επίσης να είναι συλλογικά πιο σαφής και ακριβής τόσο όταν θέτει στόχους για πολιτική μεταρρύθμιση στην κυβέρνηση του κ. Putin όσο και στα επίπεδα ανοχής που επιδεικνύει όταν πραγματοποιούνται υποχωρήσεις στη ρωσική δημοκρατική εμπειρία.

(*) Ο συγγραφέας είναι ανώτατος σύμβουλος της Rand Corporation και πρώην αμερικανός πρεσβευτής στο NATO από το 1993 έως το 1998.

© The Financial Times Limited 2004. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο