Η αμερικανική δημοσιογραφία... δολοφονείται!

Πέρυσι οι New York Times εξευτελίστηκαν παραδεχόμενοι σε φύλλο της εφημερίδας πως ένας από τους νεαρούς ρεπόρτερ τους, ο Jayson Blair, επιδιδόταν σε λογοκλοπές και κατασκεύαζε ιστορίες. Το σκάνδαλο που ακολούθησε, οδήγησε στην παραίτηση δύο κορυφαίων συντακτών τους. Τώρα, η μεγαλύτερη εφημερίδα των ΗΠΑ, η USA Today, ταλανίζεται από παρόμοιο σκάνδαλο.

του Marvin Kalb (*)

Το πρόσφατο ιστορικό της αμερικανικής δημοσιογραφίας είναι μια ιστορία γεμάτη θλίψη και ντροπή.

Πέρυσι οι New York Times εξευτελίστηκαν παραδεχόμενοι σε φύλλο της εφημερίδας πως ένας από τους νεαρούς ρεπόρτερ τους, ο Jayson Blair, επιδιδόταν σε λογοκλοπές και κατασκεύαζε ιστορίες. Το σκάνδαλο που ακολούθησε, οδήγησε στην παραίτηση δύο κορυφαίων συντακτών τους.

Τώρα, η μεγαλύτερη εφημερίδα των ΗΠΑ, η USA Today, ταλανίζεται από παρόμοιο σκάνδαλο. Ο Jack Kelley παραιτήθηκε τον Ιανουάριο εν μέσω υποψιών πως και αυτός επινοούσε ιστορίες εδώ και μια δεκαετία – ιστορίες που θεωρούνταν τόσο σημαντικές ώστε έλαβαν υποψηφιότητα για το βραβείο Πούλιτζερ (δεν του απένειμαν ποτέ το βραβείο). Η USA Today όρισε μια επιτροπή αποτελούμενη από τρεις βετεράνους δημοσιογράφους, ώστε να διερευνήσουν την υπόθεση Kelley. Τα συμπεράσματά τους αναμένονται σύντομα.

Μέσα σε αυτή την πυρετώδη ατμόσφαιρα, αυτοί οι αχρείοι δημοσιογράφοι έγιναν εύκολα δακτυλοδεικτούμενοι. Στο κάτω κάτω της γραφής, αποτέλεσαν το όνειδος του επαγγέλματος στα μάτια εκδοτών, αρχισυντακτών, διευθυντών, αλλά και της κοινής γνώμης για την παραβίαση της βασικότερης αρχής της δημοσιογραφίας: της αποτύπωσης της αλήθειας χωρίς φόβο και πάθος.

Ωστόσο, το να θεωρούν οι κεφαλές του Μέσων Ενημέρωσης πως το σφάλμα είναι μόνο ολίγων άρρωστων ή υπερβολικά φιλόδοξων ρεπόρτερ αποτελεί υπεραπλούστευση ή σκόπιμη υπεκφυγή από ένα πολύ σημαντικότερο πρόβλημα. Είναι δεδομένο πως η δημοσιογραφία, σαν επιχείρηση αλλά και σαν φιλοσοφία, έχει υποβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια και έχει διαφθαρεί από το κυνήγι βραβείων και κέρδους, ακυρώνοντας τις αξίες και ενθαρρύνοντας συχνά το χαζό κουτσομπολιό.

Ο Leonard Downie, εκδότης της Washington Post, αναφέρεται στη ”διασημοποίηση της δημοσιογραφίας”, η οποία δυστυχώς οδηγεί ακόμη και τους καλύτερους στην ”πιάτσα” να μεγαλοποιούν μια ιστορία, να υπερβάλλουν ”λιγάκι”, να δραματοποιούν συνηθισμένες καταστάσεις και, ξεπερνώντας τα όποια όρια, να ”κατασκευάζουν” απλά ένα γεγονός ή μια ολόκληρη ιστορία. Κάποιοι δημοσιογράφοι επιδεικνύουν τέτοια όρεξη για υψηλότερες απολαβές, ένα κοπλιμέντο από τον εκδότη ή μια πρόσκληση να εμφανιστούν σε ένα λαοφιλές talk show, που αποπλανούνται και πουλάνε την επαγγελματική τους ψυχή για την ”αναγνώριση”.

”Είπα ψέματα, ψέματα και μερικά ακόμη ψέματα” παραδέχεται ο Jayson Blair, καθώς αναπαύεται ξεδιάντροπα στις δάφνες του, σε ένα καινούργιο βιβλίο, μια πιθανή συμφωνία για ταινία και τη μια τηλεοπτική εμφάνιση μετά την άλλη.

Φυσικά, πρέπει να υπάρχει κάποιο τίμημα. H USA Today δημοσίευσε πρόσφατα πως μόλις το 36% των Αμερικανών πιστεύει αυτά που διαβάζει, βλέπει και ακούει στα μέσα ενημέρωσης. Οπότε, πού μπορούν να βρουν αξιόπιστες πληροφορίες; Τα νεαρά άτομα στρέφονται στο Ιντερνετ, καθώς είναι φθηνότερο και θεωρούν πως είναι πιο αντικειμενικό. Οι μεγαλύτεροι απλώς δεν ασχολούνται καθόλου με τις ειδήσεις ή στρέφονται στα talk show για ειδήσεις που έχουν προκατασκευασθεί. Οι συντηρητικοί αποτελούν ιδεολογικές ασφαλιστικές δικλίδες σε πολλά talk shows. Οι φιλελεύθεροι τώρα ξεκινούν ένα ραδιοφωνικό σταθμό για να εκφράσουν τη δική τους άποψη για τα γεγονότα. Σε γενικές γραμμές, τα ραδιοκύματα είναι γεμάτα ανοησίες τη στιγμή που χρειαζόμαστε σοβαρές, αξιόπιστες πληροφορίες.

Μια μελέτη 500 σελίδων του Project for Excellence in Journalism καταδεικνύει μια μακροπρόθεσμη πτώση της αμερικανικής δημοσιογραφίας. Από το 1990 έχουν χαθεί 2.200 θέσεις δημοσιογράφων σε εφημερίδες, καθώς οι κυκλοφορίες έχουν μειωθεί κατά 11%. Από το 1993, η τηλεθέαση των βραδινών ειδήσεων στην τηλεόραση έχει μειωθεί κατά 28%, από περισσότερους από 40 εκατ. τηλεθεατές σε μια συνηθισμένη καθημερινή ημέρα, σε λιγότερους από 28 εκατ. Πέρυσι, για πρώτη φορά, περισσότεροι Αμερικανοί παρακολούθησαν την καλωδιακή τηλεόραση παρά τα εθνικά δίκτυα.

Κάποτε οι ειδήσεις ήταν ένα πολύτιμο αγαθό που βοηθούσε στην εξομάλυνση των διαφορών των αντικρουόμενων ιδεολογιών. Τώρα πλέον, οι πραγματικές παραδοσιακές ειδήσεις αποτελούν σπάνιο είδος σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από απλουστευτικές γενικότητες περί καλού και κακού. Πού είναι οι ”φύλακες”, εκείνοι οι εκδότες και οι διευθυντές ειδήσεων που παρακολουθούσαν άγρυπνα για λάθη, σκοπιμότητες και κατασκευασμένες ειδήσεις; Έχουν όλοι ενδώσει στη δημοσιογραφία της μεγαλοποίησης και της φαντασίας για να ενισχύσουν την κυκλοφορία τους και να κερδίσουν το Πούλιτζερ; Ένας ρεπόρτερ της USA Today στο Σικάγο σχολίασε θαρραλέα: ”Ναι, ο Jack (Kelley) κατασκεύασε πολλές, μα πολλές ιστορίες. Αλλά βοηθήθηκε και ενθαρρύνθηκε να το κάνει από εκδότες που, πεινασμένοι για βραβεία, δεν υπήρξαν αρκετά σκεπτικιστές σχετικά με τις φανταστικές αυτές ιστορίες”.

(*) Ο αρθρογράφος, πρώην ανταποκριτής του CBS και του NBC, είναι ιδρυτής και διευθυντής του Shorestein Center on the Press, Politics and Public Policy στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
© The Financial Times Limited 2004. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο