Αλήθειες για την αποτυχία της ένωσης της Κύπρου

Στα διεθνή μέσα ενημέρωσης το σχέδιο που συνέταξε ο Κόφι Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού παρουσιάσθηκε ως ένας δίκαιος συμβιβασμός με καλές προθέσεις. Ο πρώην γ.γ. του ισραηλινού ΥΠΕΞ αιτιολογεί την άρνηση των Ελληνοκυπρίων και σκιαγραφεί την οδό για ενδεχόμενη επίλυση.

του Shlomo Avineri (*)

Η συντριπτική απόρριψη του σχεδίου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την επανένωση της Κύπρου από τους Ελληνοκύπριους δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη.

Στα διεθνή μέσα ενημέρωσης το σχέδιο που συνέταξε ο Kofi Annan, o γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, παρουσιάσθηκε ως ένας δίκαιος συμβιβασμός με καλές προθέσεις. Οι Ελληνοκύπριοι θα ανακτούσαν κάποιες περιοχές και μια ”ομοσπονδία τύπου Ελβετίας” θα επανένωνε το νησί.

Ωστόσο, αυτός δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετώπισαν οι περισσότεροι Κύπριοι στο νότιο τμήμα του νησιού. Σ’ αυτούς το σχέδιο φάνηκε σαν προσπάθεια από τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση να νομιμοποιηθούν τουλάχιστον κάποιες συνέπειες από την τουρκική εισβολή του 1974, διότι η Ε.Ε. επιθυμούσε να απομακρύνει το κυπριακό ζήτημα από την πολιτική ατζέντα, ώστε να μπορέσει να διαπραγματευθεί την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.

Αν και το σχέδιο Ανάν, στις διάφορες εκδοχές του –η τελευταία αποτελείται από 9.000 σελίδες– δεν μεταφράστηκε ποτέ εξ ολοκλήρου στην ελληνική ή την τουρκική γλώσσα, μεγάλο μέρος του περιεχομένου του είναι, φυσικά, γνωστό.

Αλλά, ενώ πολλοί εξωτερικοί παρατηρητές επικεντρώνονταν στις περιοχές και στις συνταγματικές ρυθμίσεις που πρότεινε το σχέδιο, για τους περισσότερους Ελληνοκύπριους το σχέδιο, όχι μόνο αποτύγχανε να απαντήσει στις ανησυχίες τους, αλλά φαινόταν επίσης να αντιτίθεται στις νόρμες και τις πρακτικές τόσο του ΟΗΕ, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενώ κάποιες από τις περιοχές που καταλαμβάνονται από Tούρκους θα επέστρεφαν σε ελληνοκυπριακή κυριαρχία, τα περιγράμματα της τουρκοκυπριακής περιοχής θα αντανακλούσαν ακόμη το αποτέλεσμα της στρατιωτικής εισβολής της Τουρκίας του 1974.

Μόλις οι μισοί από τους 200.000 Ελληνοκύπριους μετανάστες που ξεριζώθηκαν από την τουρκική εισβολή θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα πρώην σπίτια τους. Οι υπόλοιποι, όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν, αλλά δεν θα δικαιούνταν και επαρκή αποζημίωση.

Οι περισσότεροι από τους Τούρκους της Ανατολίας που εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα του νησιού από τις τουρκικές δυνάμεις κατοχής θα παρέμεναν στις θέσεις τους.

Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις θα παρέμεναν επίσης, στο βόρειο τμήμα του νησιού, έως ότου ενταχθεί η Τουρκία στην Ε.Ε. – ένας διακανονισμός που οι Ελληνοκύπριοι θα θεωρούσαν ως παραβίαση της κυριαρχίας τους.

Ο ΟΗΕ και η Ε.Ε. που, δικαίως, αντιτίθενται στην κατοχή της Δυτικής Όχθης και στις ισραηλινές πρακτικές στα κατεχόμενα, παρουσιάζονταν να επιβραβεύουν τους Τούρκους εισβολείς στην κυπριακή περίπτωση.

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, οι Ελληνοκύπριοι δεν θα μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα ή να εγκατασταθούν στον τουρκικό βορρά.

Αυτός ο περιορισμός ενοχλούσε περισσότερο από όλα τους Ελληνοκύπριους, καθώς σήμαινε πως, στην Ενωμένη Ευρώπη, όπου κάθε Ευρωπαίος πολίτης θα ήταν ελεύθερος, λίγο ως πολύ, να εγκατασταθεί και να εργαστεί στο τουρκικό κομμάτι του νησιού, οι Ελληνοκύπριοι δεν θα είχαν την ελευθερία μετακίνησης στην ίδια τους τη χώρα. Κατά κάποιο τρόπο, οι Ελληνοκύπριοι θα ”γκετοποιούνταν”.

Η αποτυχία να κερδηθεί η υποστήριξη για το σχέδιο Ανάν έχει ευρύτερες προεκτάσεις. Καταδεικνύει πως υπάρχουν όρια σε αυτά που μπορεί να επιτύχει η διεθνής μαζική πίεση, όταν ένας τουλάχιστον από τους εμπλεκόμενους θεωρεί πως οι ανησυχίες του δεν έχουν τύχει προσοχής.

Τα σχέδια επίλυσης διαφορών, ακόμα και αν αποτελούν απόρροια καλών προθέσεων, δεν μπορεί να επεξεργάζονται από εξωγενείς δυνάμεις και μετά να ”τα καταπίνουν αμάσητα” τα εμπλεκόμενα μέρη, είτε αυτά λέγονται Κύπρος, είτε Βοσνία, Κόσοβο ή Κασμίρ, ή ακόμη και διαμάχη Παλαιστινίων και Ισραηλινών.

Όταν δεν υπάρχει τοπική πολιτική βούληση, οι εξωτερικές πιέσεις δεν επαρκούν για την επίτευξη λειτουργικών λύσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαχείριση της διαμάχης είναι προτιμότερη από ανέφικτα σχέδια για την επίλυσή της.

Το ελληνοκυπριακό κομμάτι του νησιού θα ενταχθεί στην Ε.Ε. την 1η Μαΐου κάτω από δυσχερείς συνθήκες. Θα χρειασθεί πολλή σοφία και αυτοπεριορισμός, τόσο από την Ε.Ε., όσο και από τους Ελληνοκύπριους. Η Ε.Ε., αν και εμφανώς απογοητευμένη, θα πρέπει να σεβαστεί την κυρίαρχη θέληση της πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων.

Άλλωστε, το δημοψήφισμα προτάθηκε από τη διεθνή κοινότητα και η Ε.Ε. εξέφρασε την προθυμία της να δεχθεί το ελληνοκυπριακό κομμάτι της Κύπρου ακόμη και αν δεν είχε επιτευχθεί επανένωση της νήσου μέχρι την ημερομηνία ένταξης. Το να επιδείξει εκδικητικότητα τώρα απέναντι στο νέο μέλος –την Κύπρο, ακόμη και περικομμένη– θα ήταν πολιτικό λάθος και ηθική αποτυχία από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



Όσο για τους Ελληνοκύπριους, θα πρέπει να επιδείξουν προσοχή ώστε να μην μεταφράσουν την απόφασή τους σε θρίαμβο. Ιδιαίτερα, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την ένταξή τους στην Ε.Ε. σαν άδεια για να προσπαθήσουν να σταματήσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την Ε.Ε. Αντιθέτως, όπως η ελληνική κυβέρνηση, θα πρέπει να υποστηρίξουν την προοπτική ένταξης της Τουρκίας.

Κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα φανέρωνε μεγαλοψυχία και πολιτική εξυπνάδα, αλλά ίσως να είναι και ο μόνος δρόμος προς μια μελλοντική ενωμένη Κύπρο, κάτω από συνθήκες περισσότερο αποδεκτές από τους Ελληνοκύπριους και πιο ευθυγραμμισμένες με τις διεθνείς νόρμες και πρακτικές.

(*) Ο συγγραφέας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ.

© The Financial Times Limited 2004. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο