Πώς η επενδυτική προσδοκία κινεί τις αγορές;

Πώς επηρεάζει η επενδυτική προσδοκία τις κεφαλαιαγορές; Μπορούν οι επενδυτές, γνωρίζοντας αυτές τις επιδράσεις, να περιμένουν τις κινήσεις της αγοράς; Ο Philip Coggan αναλύει τις παράλογες επενδυτικές προσδοκίες που οδηγούν στις ”φούσκες” και τη θεωρία του ”μεγαλύτερου κορόιδου”, παραθέτοντας παραδείγματα από το παρελθόν και το παρόν.

του Philip Coggan, επενδυτικού συντάκτη

Πώς επηρεάζει η επενδυτική προσδοκία τις κεφαλαιαγορές; Και μπορούν οι επενδυτές, γνωρίζοντας αυτές τις επιδράσεις, να περιμένουν τις κινήσεις της αγοράς;

Εδώ και καιρό, οι ακαδημαϊκοί παρουσιάζονταν αβέβαιοι για την ίδια την ιδέα της επίδρασης της επενδυτικής προσδοκίας στις αγορές. Ανέπτυξαν την θεωρία πως οι αγορές ήταν ”επαρκείς”, από την άποψη ότι οι τιμές αντανακλούν τα γνωστά δεδομένα για τις εταιρίες.

Ως εκ τούτου, απέδιδαν γεγονότα όπως την ”φούσκα της Βόρειας Θάλασσας” σε έλλειψη διαθέσιμων πληροφοριών σε όλους τους επενδυτές. Αν και οι ακαδημαϊκοί δεν απέκλειαν την ιδέα πως, μεμονωμένοι επενδυτές μπορεί να λειτουργούν παράλογα, πίστευαν πως οι λογικοί επενδυτές θα τους εκτόπιζαν.

Ωστόσο μια ολόκληρη σχολή σκέψης, επονομαζόμενη ως ”Χρηματοοικονομικά των Συμπεριφορών”, έχει αναπτυχθεί για να αμφισβητήσει αυτές τις υποθέσεις.

Πρώτον, οι λογικοί επενδυτές ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τη γνώμη τους. Οι νομοθετικές αρχές επιβάλλουν συχνά περιορισμούς εναντίον του short-selling και των άλλων μεθόδων κερδοσκοπίας στις πτωτικές κινήσεις των τιμών.

Αυτό μπορεί να επιφέρει μια προκατάληψη υπέρ μιας ανοδικής βραχυπρόθεσμης τάσης των τιμών. Το περιθώριο κερδοσκοπίας στις περιόδους πτωτικών τάσεων μπορεί να περιοριστεί από την έλλειψη πιστώσεων. Όπως είπε κάποτε ο Keynes: ”Οι αγορές μπορούν να παραμείνουν παράλογες περισσότερο από όσο εσείς μπορείτε να παραμείνετε φερέγγυοι”.

Επιπροσθέτως, οι επενδυτές είναι επιρρεπείς σε μια σωρεία ψυχολογικών ελαττωμάτων που μπορούν να προκαλέσουν απομάκρυνση των τιμών από τα επίπεδα που συνιστούν τα θεμελιώδη μεγέθη. Μεταξύ αυτών των ελαττωμάτων είναι η εμπιστοσύνη υπέρ του δέοντος στην ικανότητα ενός ατόμου να αναλύει τα δεδομένα και να προβλέπει τις κινήσεις των τιμών.

Ακόμη, η προκατάληψη της επιβεβαίωσης, στην οποία, οι επενδυτές κοιτούν μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν τις απόψεις τους, και η ”προσκόλληση”, όταν δηλαδή οι επενδυτές εμμένουν σε ένα συγκεκριμένο νούμερο (όπως την τιμή που αγόρασαν τη μετοχή).

Το μοντέλο κερδοσκοπίας που ανέπτυξε ο Hyman Minsky θέτει, ως αξίωμα, μια σειρά σταδίων στην ”φούσκα”. Το πρώτο στάδιο αφορά μια μετατόπιση που προκαλείται από δεδομένα, όπως η λήξη ενός πολέμου ή η υιοθέτηση μιας νέας εφεύρεσης.

Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες κερδοφορίας, οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν από ”εύκολη” πίστωση. Τα αρχικά κέρδη προκαλούν ένα κλίμα ευφορίας, κατά το οποίο προσελκύονται περισσότεροι επενδυτές. Αυτή η ευφορία οδηγεί σε υπερεμπορευσιμότητα, καθώς κάποιοι προσπαθούν να κερδοσκοπήσουν βάσει της θεωρίας του ”μεγαλύτερου κορόιδου”, ότι δηλαδή κάποιοι άλλοι θα είναι πρόθυμοι να αγοράσουν σε υψηλότερα επίπεδα. Αυτού του τύπου η κερδοσκοπία, συνήθως υποστηρίζεται από δανεισμό.

Σε κάποιο στάδιο, λίγοι επενδυτές αποφασίζουν να πουλήσουν. Η μετοχή χάνει την ορμή της και αρχίζει την αντίστροφη κίνηση, καθώς ολοένα και περισσότεροι επενδυτές αντιλαμβάνονται πως το boom δεν μπορεί να συνεχίζεται εσαεί. Οι πωλήσεις παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Το τελευταίο στάδιο περιλαμβάνει χρεοκοπίες και πλήρη αποστροφή για το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, καθώς οι επενδυτές χάνουν κάθε όρεξη να επενδύσουν σε αυτό και οι τράπεζες δεν δείχνουν προθυμία να δανείσουν.

Όλα τα ανωτέρω μας δίνουν μια ιδέα για το πώς δημιουργείται, αναπτύσσεται και τελικά σκάει μια ”φούσκα”. Ωστόσο, πώς ταιριάζουν οι μεμονωμένες ”φούσκες” στο σύστημα;

Η εποχή των dotcoms μας προσφέρει ένα καλό παράδειγμα. Η μετατόπιση που πραγματοποιήθηκε ήταν η διεύρυνση της χρήσης του internet. Η εύκολη πίστωση ήταν της μορφής των χαμηλών επιτοκίων, της μεγάλης προσφοράς επενδυτικών κεφαλαίων και της πρόθυμης αγοράς να δεχτεί νέες εκδόσεις από τον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας. Αναπτύχθηκε σαφώς η κερδοσκοπία, καθώς οι μικροεπενδυτές προσελκύσθηκαν στο ”day trading” και οι εταιρίες εισάγονταν στην κεφαλαιαγορά χωρίς επαρκείς αποδείξεις ότι θα παρουσίαζαν κέρδη ή έστω σημαντικά έσοδα. Το αρχικό μαζικό ξεπούλημα του Μαρτίου του 2000 οδήγησε σε μια τριετή εποχή ”αρκούδων” στην αγορά που κατέληξε σε σημάδια πλήρους αποστροφής, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρίες μείωσαν δραστικά τις μετοχικές συμμετοχές τους.

Άραγε, ταιριάζει στην εν λόγω θεωρία και η στεγαστική αγορά της Αγγλίας;

Είναι δύσκολο να εντοπισθεί η μετατόπιση που προκάλεσε την τάση, εκτός και αν ήταν η απομυθοποίηση του παραδοσιακού χρηματοοικονομικού κλάδου από τους επενδυτές μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα.

Ωστόσο, η πίστωση ήταν σαφώς εύκολη και υπάρχουν ενδείξεις παραδοσιακών επενδυτικών γνωρισμάτων, όπως η υπέρ του δέοντος εμπιστοσύνη στην ικανότητα μεμονωμένων ιδιοκτητών κατοικιών να αποφύγουν την συντριβή, καθώς και ”προσκόλληση” στα ονομαστικά –και όχι στα πραγματικά- επίπεδα των επιβαρύνσεων της αποπληρωμής.

Υπάρχουν επίσης αποδείξεις υπερεμπορευσιμότητας. Σύμφωνα με την Commerzbank Securities, οι αποδόσεις της ενοικίασης βρίσκονται στο ιστορικό χαμηλό του 3,7%. Από τη στιγμή που αυτό το ποσοστό είναι χαμηλότερο του κόστους χρηματοδότησης, υποδηλώνεται πως οι αγοραστές επενδύουν ελπίζοντας εξ’ ολοκλήρου σε κεφαλαιακά κέρδη –η θεωρία του ”μεγαλύτερου κορόιδου” στην πράξη.

Όλα τα παραπάνω δεν μας λένε, ωστόσο, πότε και πώς θα σπάσει η ”φούσκα”. Οι αναλυτές των παρελθόντων ”φουσκών” αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στην απομόνωση ενός καταλυτικού παράγοντα που οδήγησε τη διαδικασία στο τέλος της. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει κάποια κοινή συμφωνία για τις αιτίες που δημιούργησαν τις κρίσεις του 1929 και του 1987.

Εξάλλου, η παρουσία των ”μεγαλύτερων κορόιδων” αγοραστών καταδεικνύει πως η βρετανική στεγαστική αγορά πρέπει -όπως ο καρχαρίας- να συνεχίσει να κινείται, για να επιβιώσει. Από τη στιγμή που οι κερδοσκόποι εγκαταλείψουν τις ελπίδες τους για μελλοντικά κεφαλαιακά κέρδη, θα αναγκαστούν να απομακρυνθούν από την αγορά. Αυτό σημαίνει πως ίσως, η διευρυμένη ελπίδα ”ομαλής προσγείωσης” της στεγαστικής αγοράς, στην οποία οι αυξήσεις των τιμών θα κατασταλάξουν ήπια στο μηδέν, είναι μια ψευδαίσθηση. Είναι σίγουρα δύσκολο να βρεθούν ”φούσκες” που κατέληξαν με αυτόν τον τρόπο στο παρελθόν.

© The Financial Times Limited 2004. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο