Επενδύσεις: «Συνταγή επιτυχίας η ενεργή διαχείριση»

Δυσκολότερο θα γίνει το κυνήγι της απόδοσης εκτιμά ο Δ. Αρχοντίδης, επικεφαλής στο Wealth Management της Eurobank. Το φαινόμενο των αρνητικών επιτοκίων στα ομόλογα και η σημασία της διασποράς. Γιατί θα μειωθούν οι τόκοι στις προθεσμιακές.

Επενδύσεις: «Συνταγή επιτυχίας η ενεργή διαχείριση»

Σταδιακή και συνεχή αποκλιμάκωση των επιτοκίων καταθέσεων περιμένει τους Έλληνες αποταμιευτές, οι οποίοι αναμένεται να δουν το έργο που ήδη παίζεται στις μεγάλες αγορές της Ευρώπης. Τα δεδομένα αλλάζουν και οι στρατηγικές πρέπει να προσαρμοστούν σύμφωνα με τον Δημοσθένη Αρχοντίδη, Ph.D. γενικό διευθυντή της Eurobank και επικεφαλής στο Wealth Management της Τράπεζας.

Σε διεθνές επίπεδο, οι χαμηλές αποδόσεις κρατικών και εταιρικών ομολόγων οδήγησαν τους επενδυτές στην αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών. Σε αυτό το περιβάλλον μάλιστα ο μέσος Έλληνας επενδυτής έχει αυξήσει το ποσοστό του χαρτοφυλακίου που τοποθετεί στην Ελλάδα διεκδικώντας αποδόσεις της τάξεως του 5%-6%, όταν, χωρίς την ανάληψη του ρίσκου χώρας, οι αντίστοιχες αποδόσεις είναι μόλις 2%.

Ένα άλλο σημείο των καιρών είναι τα αρνητικά επιτόκια. Είναι οι περιπτώσεις όπου κάποιος επιλέγει, αντί να πάρει τόκο, να πληρώσει με αντάλλαγμα την ασφάλεια που προσφέρει το επενδυτικό προϊόν.

Αυτό συνέβη σε πρόσφατη έκδοση γερμανικού διετούς ομολόγου που προσέλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλων διεθνών επενδυτών, οι οποίοι αγόρασαν τίτλους, παρότι η απόδοση ήταν αρνητική.

Η Γερμανία «ρολάρει» τα ομόλογα που λήγουν με επιτόκια πολύ χαμηλότερα και σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ,π.χ. 1%, 0% ή ακόμη και αρνητικά. Έτσι, στη διάρκεια της κρίσης, ξοδεύει λίγα ποσά σε τόκους, ακολουθώντας ταυτόχρονα μια νοικοκυρεμένη δημοσιονομική πολιτική.

Αναλύοντας την πρόσφατη περίπτωση της διετούς έκδοσης γερμανικών ομολόγων με την αρνητική απόδοση, ο κ. Αρχοντίδης εξηγεί: «Οι επενδυτές της συγκεκριμένης έκδοσης εμφανίστηκαν διατεθειμένοι να χάσουν στη λήξη σε συνολική απόδοση, και να πάρουν πίσω κάτι λιγότερο σε σχέση με το αρχικό τους κεφάλαιο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην περίπτωση του γερμανικού ομολόγου συνολικού ύψους 10 δισ. ευρώ, οι traders δεν δίστασαν να χάσουν σε απόδοση, αγοράζοντας με -0,07%, θυσιάζοντας δηλαδή το ποσό των 7 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο για μία διετία (αθροιστικά 14 εκατ. ευρώ) για να πάρουν στη λήξη λιγότερο από το αρχικό τους κεφάλαιο με την εγγύηση του γερμανικού δημοσίου! Ελπίζοντας παράλληλα σε άνοδο των τιμών αργότερα, κατά τη διάρκεια της διετίας, με πιθανές ενδεικτικές αποδόσεις π.χ. της τάξεως του 0,15%.

Στη συγκεκριμένη έκδοση η Γερμανία έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει τα παραπάνω 14 εκατ. ευρώ κατά βούληση..., ίσως σε κοινωνικές παροχές, δημόσιες επενδύσεις ή σε άλλους σκοπούς, κρατώντας στην άκρη το ποσό των 9,986 εκατ. ευρώ μόλις, προκειμένου να αποπληρώσει στη λήξη το διετές των 10 δισ. ευρώ...».

Αρνητικά επιτόκια και σε καταθέσεις

Στο εξωτερικό, η έννοια του αρνητικού επιτοκίου είναι πιο διαδεδομένη. Ήδη, μετά το 2012 οι ξένες τράπεζες που έχουν συγκεντρώσει μεγάλη ρευστότητα από πελάτες της νότιας Ευρώπης δίνουν αρνητικά επιτόκια, κυρίως για μικρά ποσά καταθέσεων.

Το διεθνές περιβάλλον συνηγορεί υπέρ μιας καθοδικής τάσης των επιτοκίων, η οποία ολοένα και εντείνεται. Με το Euribor τώρα στο 0,006% για 1 μήνα, ή 0,08% για 3 μήνες, όταν οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν 2% στις καταθέσεις, το επιτόκιο αυτό ουσιαστικά ισοδυναμεί με περιθώριο 2% πάνω από το Euribor.

«Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων διατηρήθηκαν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα. Οι τράπεζες επιδόθηκαν σε μια μάχη προσέλκυσης καταθέσεων, με αποτέλεσμα το τραπεζικό σύστημα να επιβαρυνθεί με υψηλό κόστος χρήματος - συνδυαστικά με τα χαμηλότοκα δάνεια που εκταμιεύθηκαν στην προ κρίσης εποχή» υπογραμμίζει σχετικά ο επικεφαλής του Wealth Management της Eurobank.

Τώρα πια, επιχειρείται διόρθωση και αναμένεται περαιτέρω αποκλιμάκωση των επιτοκίων και στις προθεσμιακές καταθέσεις. Ήδη, σταδιακά, οι τράπεζες μπήκαν σε τροχιά μειώσεων, η οποία αναμένεται να ενταθεί προς το τέλος του έτους και κατά τη διάρκεια του 2015.

Επενδυτικές επιλογές σήμερα ανάλογα με την ανάληψη ρίσκου

Για όσους ενδιαφέρονται για επενδύσεις στο εξωτερικό, μια επιλογή είναι τα Αμοιβαία Κεφάλαια Ομολογιακά (Bond Funds) για τα οποία ο επενδυτής πληρώνει ως έξοδο διαχείρισης ένα annual management fee γύρω στο 1%, δεν επιβαρύνεται όμως από προμήθειες συναλλαγών αγοράζοντας και πουλώντας ομόλογα ως ιδιώτης επενδυτής.

Ειδικότερα οι πελάτες private banking των τραπεζών έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, ενεργούς παρακολούθησης του χαρτοφυλακίου τους, συνεχούς διαχείρισης των επενδύσεών τους, ακόμη και εκπαίδευσης προκειμένου να αποκτήσουν τη νοοτροπία ενός global investor. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα όμως είναι η σύνθεση του προσωπικού χαρτοφυλακίου με ευρεία διασπορά και η δυνατότητα πρόσβασης σε μια τεράστια γκάμα επενδυτικών επιλογών σε διεθνές επίπεδο.

«'Επιλογές', είναι η βασική μας αρχή στο Wealth Management» σχολιάζει ο κ. Αρχοντίδης. Οι πελάτες έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν τις υπηρεσίες του advisory service, να γνωρίσουν τα προϊόντα και να αποφασίσουν ποια από αυτά τους ενδιαφέρουν, όπως επίσης να αναθέσουν την παρακολούθηση και τη διαχείριση στο πλαίσιο του Discretionary Asset Management.

Οι private banking πελάτες, συνηθισμένοι από παλαιότερες εποχές στα υψηλά επιτόκια, αναζητούν πιο ενεργή παρακολούθηση και διαχείριση με σκοπό τη διασπορά. Αυτήν την εποχή, τα επιτόκια στις αγορές είναι μηδενικά και οι αποδόσεις στα ομόλογα χαρακτηρίζονται ιστορικά χαμηλές. Ακόμη και τα high yield ομόλογα, τα πενταετή non investment έχουν πολύ χαμηλή απόδοση, στην περιοχή του 4-4,5%.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συγκεκριμένοι πελάτες μπορούν να επιλέξουν μέσω της ενεργούς διαχείρισης που επιτρέπει το advisory έναν συνδυασμό equity και bond funds (μετοχικά και ομολογιακά Αμοιβαία) ή ένα χαρτοφυλάκιο Αμοιβαίων Κεφαλαίων και ETFs (Exchange Traded Funds) μέσω του Discretionary Asset Management. Ακόμη και να συνθέσουν ένα χαρτοφυλάκιο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους που θα εξασφαλίζει διασπορά.

Για παράδειγμα, αν ένας επενδυτής τοποθετήσει 1 εκατομμύριο ευρώ σε 10 Αμοιβαία Κεφάλαια έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα της διασποράς. Πόσο μάλλον αν σκεφθεί κανείς ότι το καθένα από τα 10 Α/Κ επενδύει σε άλλες 100 περίπου επιλογές, επομένως ο επενδυτής έχει εξασφαλίσει διασπορά 1.000 επενδυτικών επιλογών.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μόνο το Wealth Management της Eurobank συνεργάζεται με 14 διαχειριστές Αμοιβαίων Κεφαλαίων, μεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί οίκοι διαχείρισης κεφαλαίων παγκοσμίως,διαθέτοντας Αμοιβαία Κεφάλαια διαφόρων κατηγοριών και επιπέδων ρίσκου. Αυτό είναι στο πλαίσιο της στρατηγικής της Ανοιχτής Αρχιτεκτονικής (Open Architecture) που έχει υιοθετήσει η Eurobank τα τελευταία χρόνια.

Για τη διασπορά, ο επενδυτής εκπαιδεύεται. Μπορεί ο ίδιος μετά από καιρό να επιλέξει ένα χαρτοφυλάκιο ομολόγων, με κριτήριο την τοποθέτηση κεφαλαίων για παράδειγμα σε 4 ομολογιακά Α/Κ από 4 διαφορετικούς Διαχειριστές, σε 1 commodities και σε 4 μετοχικά Α/Κ από όλες τις διεθνείς αγορές. Είναι πολύ σημαντικό να αισθάνεται ο πελάτης ότι έχει την ασφάλεια ενός παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος και μέσω του private banking μπορεί να απολαμβάνει «διεθνούς βεληνεκούς service» από την Ελλάδα.

Σημαντικές είναι οι δυνατότητες που παρέχονται επίσης μέσω της Aνοιχτής Aρχιτεκτονικής, η οποία πραγματοποιείται μέσω των dealing rooms των τραπεζών που έχουν πρόσβαση σε όλες τις ομολογιακές και μετοχικές αγορές του κόσμου.

Επιλογές ανάλογα με το προφίλ

Μία άλλη παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι το προφίλ του πελάτη, όπως αυτό διαμορφώνεται ανάλογα με τη διάθεση ρίσκου που θέλει να αναλάβει ο επενδυτής (χαμηλό, μέτριο και επιθετικό προφίλ).

Ενας συντηρητικός, χαμηλού προφίλ (low risk) πελάτης, θα αναζητούσε σήμερα ομολογιακά αμοιβαία με αποδόσεις 2-3%. Στο χαρτοφυλάκιό του, τα Αμοιβαία θα ήταν σε ποσοστό 80% (40% σε ομολογιακά Α/Κ και 40% σε Α/Κ money market) σε ένα κομμάτι της τάξεως του 20% θα κατευθυνόταν σε μετοχές - υμπεριλαμβανομένων και ελληνικών μετοχών- με δυνατότητα να αυξηθεί η συνολική απόδοση στο 4%. Και αυτό το 20% σε μετοχικό ρίσκο μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω Aμοιβαίων Kεφαλαίων για περαιτέρω διασπορά του κινδύνου και πιο ενεργή διαχείριση.

Ένας πελάτης μεσαίου ρίσκου (medium risk) θα διεκδικούσε σήμερα απόδοση της τάξεως του 5-6%, επενδύοντας ένα 67-70% των κεφαλαίων του σε Α/Κ ομολόγων και διαθεσίμων και το υπόλοιπο 30-33% σε μετοχές.

Ο επιθετικός (high risk) πελάτης θα προτιμούσε να επενδύσει σε μετοχές το 45% ή και περισσότερο του συνολικού του χαρτοφυλακίου.

Το πρώτο και κρίσιμο ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει ο κάθε global investor που θέλει να αναλάβει ρίσκο είναι «πόσα είμαι διατεθειμένος να διακινδυνεύσω;». Και εδώ η απάντηση πρέπει να πηγάζει από τη συνεργασία μεταξύ του πελάτη και της τράπεζας.

Λίλυ Σπυροπούλου [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v