Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Χειρισμοί «α λα καρτ» στα κόκκινα εταιρικά δάνεια

Ποια είναι τα καυτά ερωτήματα που επηρεάζουν δραστικά την πολιτική των τραπεζών απέναντι στις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Προτιμητέα επιλογή η εξεύρεση αγοραστών ή η κεφαλαιακή ενίσχυση από τους υπάρχοντες μετόχους τους.

Χειρισμοί «α λα καρτ» στα κόκκινα εταιρικά δάνεια

Σε αντίθεση με τα όσα έχουν λεχτεί περί ενιαίου μοντέλου αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων εταιρικών δανείων, όλα δείχνουν πως η αντιμετώπιση των τραπεζών μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν και τα δεδομένα που υπάρχουν σε κάθε επιχείρηση.

Έτσι, ήδη μέχρι σήμερα έχουμε δει σαφώς διαφορετικές επιλογές.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση της αλλαντοβιομηχανίας Νίκας, συμφωνήθηκε η δραστική μείωση των δανείων μέσα από: α) Χρήματα που θα εισφερθούν στην εταιρεία από την Chipita (η τελευταία θα αποκτήσει την πλειοψηφία της αλλαντοβιομηχανίας μέσα από ΑΜΚ) β) Αγορά από τις τράπεζες του ακινήτου της εταιρείας γ) Ονομαστικό κούρεμα μέρους του εναπομείναντος δανεισμού.

Ανάλογη μεταχείριση μάλιστα ακούμε ότι οι τράπεζες δείχνουν διατεθειμένες να δεχτούν και σε γνωστή εταιρεία από το χώρο των ακινήτων.

Αντίθετα, στην Μπουτάρης, επιλέχτηκε να επιμηκυνθεί κατά πολύ η διάρκεια των δανείων, μέσα μάλιστα από καλύτερους όρους δανεισμού, χωρίς κάποιος μέτοχος (νέος ή παλαιός) να βάλει το χέρι στην τσέπη.

Σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. Altec και ενδεχομένως ΔΟΛ) οι πιστώτριες τράπεζες προέκριναν τη μέθοδο της εκκαθάρισης εν λειτουργία, μέσα από την πρόθεση πώλησης επιμέρους περιουσιακών στοιχείων σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Τέλος, δεν έχουν λείψει και οι περιπτώσεις (βλέπε Νηρέας και Ιχθυοτροφεία Σελόντα) όπου οι τράπεζες μετοχοποίησαν μέρος των χρεών τους αποκτώντας την πλειοψηφία των μετοχών και δρομολογώντας την πώληση των εταιρειών αυτών σε όσο το δυνατόν υψηλότερο τίμημα.

Σύμφωνα με γνωστό παράγοντα της αγοράς, οι αποφάσεις των τραπεζών επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες (π.χ. τι εξασφαλίσεις έχει η κάθε μία, ή τι προβλέψεις έχει σχηματίσει για τα συγκεκριμένα δάνεια), ωστόσο στις πλείστες των περιπτώσεων τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι τα παρακάτω:

Πρώτον, υπάρχει ενδιαφερόμενος αγοραστής; Όπως λέγεται, οι τράπεζες έχουν πλέον θέσει σε πρώτη προτεραιότητα τέτοιες περιπτώσεις, γιατί σημαντικός τους στόχος είναι να εισπράξουν άμεσα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεων τους. Τα σχέδια περί «εθνικών πρωταθλητών» φαίνεται να έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα, καθώς -εκτός πολλών άλλων- η διαχείριση των κόκκινων δανείων θα πρέπει να αρχίσει να φέρνει απτά αποτελέσματα μέσα στο 2017 (το 2018 επικρέμονται όχι μόνο τα stress tests, αλλά και η αξιολόγηση των τραπεζικών στελεχών από το ΤΧΣ).

Σύμφωνα μάλιστα με τραπεζικό στέλεχος, «η είσπραξη μετρητών έχει διπλό όφελος για την τράπεζα, καθώς όχι μόνο εξασφαλίζει ένα ποσό, η είσπραξη του οποίου ήταν αβέβαιη, αλλά και γιατί μπορεί να δανείσει αυτό το ποσό σε σειρά δραστηριοτήτων χωρίς κίνδυνο (πχ σε έργα με εγγύηση Κοινοτικά κονδύλια, ή σε εξαγωγικές εταιρείες), αποκομίζοντας κέρδη.

Δεύτερον, είναι σε θέση η εταιρεία μετά από μια -«γενναία» έστω- παρέμβαση αναχρηματοδότησης μέσα από κουρέματα, μειώσεις επιτοκίων και μετακυλήσεις λήξεων να σημειώνει θετικό EBITDA και να καταβάλει στις τράπεζες ένα αξιοσημείωτο ποσό κάθε χρόνο; Αν ναι, τότε οι τράπεζες πολύ πιθανόν να επιλέξουν μια τέτοια κατάσταση, που είναι καλύτερη από την τρέχουσα, καθώς εδώ και τόσα χρόνια δεν εισπράττουν το παραμικρό ποσό. Αν όχι, τότε κερδίζει πιθανότητες το σενάριο του εκκαθαριστή εν λειτουργία, προκειμένου να ρευστοποιηθούν όσα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να πουληθούν.

Και τρίτον, οι τράπεζες μπορούν και αν ναι, θέλουν να αναλάβουν τη διοίκηση της συγκεκριμένης εταιρείας; Και αυτό γιατί υπάρχουν επιχειρήσεις με εξειδικευμένο αντικείμενο και υψηλή απαιτούμενη τεχνογνωσία, που ουσιαστικά δεν μπορούν να διοικηθούν χωρίς την ύπαρξη των βασικών τους μετόχων.

Επίσης, υπάρχουν κλάδοι όπου συχνά κινούνται στο όριο της νομιμότητας σε ότι αφορά ορισμένες πρακτικές τους, οπότε οι τραπεζίτες δεν θα ήθελαν με τίποτε να εμπλακούν σε σχετικές περιπέτειες.

Σε κάθε περίπτωση, οι τραπεζίτες είναι πλέον πεπεισμένοι ότι ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ τους και πως πρωτεύει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των επισφαλειών με ταχύτητα. Η αλήθεια είναι πως όσες φορές οι τράπεζες απέρριψαν κατά το παρελθόν επενδυτικές προτάσεις για εξαγορά υπερχρεωμένων επιχειρήσεων (ή του ενεργητικού τους) έχασαν μεγάλα ποσά, καθώς σήμερα θα είναι ευτυχείς αν εισπράξουν τελικά κάποιο ποσοστό των χρημάτων που τότε τους προσφέρονταν.

Δεν είναι τυχαίο επίσης, πως όποιο εμπορεύσιμο collateral έχουν στην κατοχή τους, οι τράπεζες επιδιώκουν να το ρευστοποιήσουν (π.χ. συμμετοχή στις εταιρείες Σουρωτή και Hellenic Seaways), ενώ σε πολλές περιπτώσεις στελέχη των τραπεζών αναζητούν τα ίδια υποψήφιους αγοραστές για συγκεκριμένες υπερχρεωμένες εταιρείες.

«Οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν στην κατοχή τους πάνω από δέκα χιλιάδες ακίνητα που πρέπει με κάποιο τρόπο, κάποτε να τα πουλήσουν. Μέχρις ότου όμως γίνει αυτό, φορτώνονται με μεγάλα έξοδα (πχ ΕΝΦΙΑ, φύλαξη) και πολλές χαμένες ανθρωποώρες, χωρίς κάποιος να συνυπολογίσει την απαξίωσή τους εξ’ αιτίας της ελλιπούς τους συντήρησης. Είναι λοιπόν πολύ πιο επωφελές γι αυτές να εισπράξουν άμεσα κάποια χρήματα από τις πωλήσεις των υπερχρεωμένων εταιρειών, παρά στο τέλος της ημέρας να μείνουν -είτε στις τράπεζες, είτε στους εκκαθαριστές των εταιρειών- ακίνητα που δεν μπορούν να πουληθούν» δηλώνεται χαρακτηριστικά.

Σε κάθε περίπτωση επίσης, όλοι γνωρίζουν πως η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα απαιτήσει πολλά χρόνια, ακόμη και αν η πραγματική οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει.

Ενδεικτική είναι η αργή πρόοδος στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ της χώρας βρίσκεται εδώ και μια διετία σε θετικό πρόσημο, τρέχοντας με ρυθμό της τάξεως του 3%. Χαρακτηριστική άλλωστε είναι η απάντηση του CEO της Τράπεζας Κύπρου John Hourican πως «υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει για την εξυγίανση του ισολογισμού της τράπεζας.

Όπως διαφαίνεται από τις περισσότερες τράπεζες που προσπαθούν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους, χρειάζονται μερικά χρόνια μέχρι να αποκατασταθεί η ικανότητα για ένα ομαλοποιημένο μέρισμα».


Στέφανος Kοτζαμάνης [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v