Πώς άναψε η φωτιά στα τιμολόγια ρεύματος

Πώς υπολογίζονται οι ανατιμήσεις που καλούνται να πληρώσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο ρόλος του ράλι στο φυσικό αέριο, η εκτόξευση στο κόστος ρύπων και οι «τρύπες» στην ενεργειακή πολιτική του κράτους. Πού οφείλεται η εκτόξευση των τιμών τον Αύγουστο και γιατί τα προβλήματα θα κρατήσουν.

Πώς άναψε η φωτιά στα τιμολόγια ρεύματος

Αντιμέτωποι με μεγάλες αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρισμού είναι πλέον επιχειρήσεις και νοικοκυριά, εξαιτίας διεθνών παραγόντων αλλά και της πολιτικής ολιγωρίας για τη χάραξη μιας συνολικής στρατηγικής στον ενεργειακό τομέα, που όφειλε να συνεκτιμήσει εναλλακτικούς παράγοντες και να αξιολογήσει μακροπρόθεσμους κινδύνους, στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης.

Η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων ρύπων CO2 έχουν οδηγήσει σε δυσθεώρητα ύψη τις χονδρεμπορικές τιμές πανευρωπαϊκά, δημιουργώντας ένα κοινό πρόβλημα για όλους. Ωστόσο, φαίνεται ότι έχουν επηρεάσει δυσμενέστερα την Ελλάδα, που εμφανίζει σταθερή ανοδική πορεία κατά τους τελευταίους τρεις μήνες στις χονδρεμπορικές τιμές, καθώς οι ΑΠΕ είχαν από περιορισμένη έως ελάχιστη συμμετοχή στο ενεργειακό μείγμα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της άπνοιας, και παράλληλα δεν υφίστανται εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας.

Έτσι, η χώρα μας είχε τον Αύγουστο την υψηλότερη, κατά μέσο όρο, χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρισμού σε όλη την Ευρώπη, με 121,72 ευρώ/MWh, ενώ τον Ιούλιο και τον Ιούνιο βρέθηκε στη δεύτερη θέση, με 101,86 ευρώ/MWh και 83,47 ευρώ/MWh, αντίστοιχα.

Ήδη, το αυξημένο κόστος παραγωγής μετακυλίεται στα τιμολόγια ρεύματος, τα οποία έρχονται σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά σημαντικά επιβαρυμένα τους τελευταίους δύο μήνες και εκτιμάται ότι θα είναι δυσβάσταχτα τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρισμού δεν προβλέπεται να πέσει κάτω από τα 100 ευρώ/MWh, καθώς θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα τόσο οι τιμές του φυσικού αερίου όσο και των δικαιωμάτων ρύπων, τουλάχιστον ως τα τέλη του α’ τριμήνου του 2022. Ακόμη και να αποκλιμακωθούν οι τιμές του φυσικού αερίου, η αυξητική τάση με τους ρύπους εκτιμάται ότι θα παραμείνει σταθερά ανοδική, εκτιμούν έγκυρες πηγές, με συνέπεια η ρευστή αυτή κατάσταση να διατηρηθεί ίσως και για μία 10ετία.

Το ευρωπαϊκό Green Deal και οι πιέσεις της Ρωσίας

Οι τιμές του φυσικού αερίου θα συνεχίσουν την ανοδική πορεία τους όσο η Ρωσία πιέζει την Ευρώπη με τις παραδόσεις, επικαλούμενη μεν την υψηλή εγχώρια ζήτηση και τις διαταραχές στην παραγωγή, αλλά στην ουσία για να εξασφαλίσει συναίνεση για τον Nord Stream 2, αναφέρουν άλλες πηγές. Ήδη τα ευρωπαϊκά αποθέματα μειώνονται απειλητικά, κατάσταση που επιδεινώνεται και από την αυξημένη ζήτηση για υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) από τις χώρες της Ανατολής. Αποτέλεσμα, οι τιμές του φυσικού αερίου αγωγών και του LNG να έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά σε όλο τον κόσμο, όπως σημειώνει και πρόσφατη ανάλυση του Bloomberg.

Από την άλλη πλευρά, η αταλάντευτη και φιλόδοξη πολιτική των Βρυξελλών για το Green Deal είχε δύο σημαντικές συνέπειες. Το φυσικό αέριο να έχει αναδειχθεί ως καύσιμο-γέφυρα για την πράσινη μετάβαση, άρα οδήγησε στη μεγαλύτερη ζήτησή του και τα δικαιώματα των ρύπων να εκτινάσσονται στα ύψη, αφού ο στόχος που έχει τεθεί, είναι η μείωση κατά 55% των εκπομπών CO2 μέχρι το 2030.

Στο πρώτο εξάμηνο του έτους, οι τιμές των δικαιωμάτων αυξήθηκαν κατά 43% συγκριτικά με τα τέλη του 2020, με το πρόγραμμα Fit for 55 να καταδεικνύει ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης είναι απαραίτητη και ταυτόχρονα ακριβή.

Οι ελληνικές ολιγωρίες

Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να μη βρεθεί υποχρεωμένη να διαχειριστεί αυτό το εγχώριο τρελό ράλι των χονδρεμπορικών τιμών και κατ’ επέκταση τα φουσκωμένα τιμολόγια που πιέζουν και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας εκτός από τα νοικοκυριά;

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει μονότονα ότι οι αυξήσεις αυτές οφείλονται στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου και των ρύπων. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Διότι τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια, η ενεργειακή πολιτική της χώρας χαρακτηρίζεται μόνον από τις προσπάθειες απολιγνιτοποίησης και μάλιστα με βίαιο τρόπο, με αποτέλεσμα η χώρα μας αυτή τη στιγμή να είναι ενεργειακά εξαρτημένη. Δόθηκε έμφαση, και καλώς, στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, μόνον που δεν ελήφθη υπόψη ότι πρόκειται για στοχαστική ενέργεια, η οποία δεν είναι διαθέσιμη πάντα. Το είδαμε ξεκάθαρα στις υψηλότατες τιμές τον Αύγουστο.

Δεν δόθηκε έμφαση εξαρχής στην προώθηση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, αντίθετα, πρόσφατα υπήρξε απόφαση του ΥΠΕΝ που έβαλε «πάγο» ως τα τέλη του έτους σε έτοιμα σχέδια συστημάτων αποθήκευσης σε συνδυασμό με ΑΠΕ. Ακόμη, εκκρεμεί το συνολικό νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για την αδειοδότηση και λειτουργία παρόμοιων συστημάτων. Δεν δόθηκε επίσης η πρέπουσα σημασία για την έγκαιρη ολοκλήρωση της επένδυσης για την αποθήκευση φυσικού αερίου -στην Καβάλα ακόμη «αραχνιάζει» ο σχετικός διαγωνισμός στο ΤΑΙΠΕΔ.

Επιπλέον, σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, ατολμία υπήρξε στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση των ερευνών για την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στη χώρα μας. Έχασε, έτσι, η χώρα μας την ευκαιρία στον σωστό χρόνο να αποκτήσει την προοπτική εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου σε υποσχόμενα κοιτάσματα.

Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι, εάν διέθετε η Ελλάδα εναλλακτικές πηγές ενεργειακής τροφοδοσίας σήμερα, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως hedging για τις τιμές όχι μόνον την περίοδο του καύσωνα αλλά και τώρα, που καλπάζουν οι τιμές του φυσικού αερίου.

Οι επιπτώσεις σε καταναλωτές και προμηθευτές

Οι προϋπολογισμοί επιχειρήσεων και νοικοκυριών στενάζουν, ήδη, από τους φουσκωμένους λογαριασμούς. Οι εναλλακτικοί προμηθευτές έχουν μεταφέρει στους πελάτες τους το αυξημένο μεταβλητό κόστος τους στα τιμολόγια του Ιουλίου και του Αυγούστου, λόγω της Ρήτρας Αναπροσαρμογής και το ίδιο αναμένεται να κάνει από τον Σεπτέμβριο και η ΔΕΗ, αφού από τις 5 Αυγούστου έχει αντικαταστήσει τη ρήτρα CO2 με τη ρήτρα χονδρεμπορικής τιμής.

Συνολικά δεν μπορεί να μιλήσει κανείς με ασφάλεια για ενιαίο ποσοστό αύξησης για όλα τα τιμολόγια. Διότι ποικίλλει ανά τιμολόγιο και προμηθευτή η συμφωνημένη ανώτατη τιμή του κόστους προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, από την υπέρβαση της οποίας ενεργοποιείται η Ρήτρα Αναπροσαρμογής.

Κρίσιμη επισήμανση: οι επιβαρύνσεις αφορούν αποκλειστικά στα κυμαινόμενα τιμολόγια, τα οποία είναι συντριπτικά περισσότερα σε σχέση με τα σταθερά. Υπερβαίνουν το 95% της αγοράς. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες του Euro2day.gr, η τάση που διαμορφώνεται πλέον στην προμήθεια ρεύματος είναι η αλλαγή των προσφερόμενων τιμών και στα νέα, σταθερά τιμολόγια, τα οποία θα προσαρμοσθούν αναγκαστικά πλέον, όπως επισημαίνεται, στο ύψος των χονδρεμπορικών τιμών.

Τα κυμαινόμενα τιμολόγια που προσφέρονται στην αγορά περιλαμβάνουν μία κατώτατη και μία ανώτατη τιμή χρέωσης. Κάθε προμηθευτής εφαρμόζει έναν μαθηματικό τύπο με τον οποίο υπολογίζει ανά μήνα το κόστος προμήθειας κάθε μεγαβατώρας σε ευρώ. Εάν αυτό το κόστος υπερβεί την ανώτατη τιμή, πράγμα που σημαίνει ότι ξέφυγε η χονδρεμπορική τιμή, τότε καλείται ο πελάτης να συμμετέχει στο μεταβλητό κόστος του προμηθευτή του.

Συνέπειες από αυτή την κατάσταση δεν έχουν μόνον οι καταναλωτές αλλά και οι προμηθευτές και εντέλει η λιανική αγορά ηλεκτρισμού. Πρώτα πρώτα, επισημαίνεται ότι ο προμηθευτής καλείται να επωμισθεί άμεσα το αυξημένο κόστος για την αγορά του ηλεκτρικού ρεύματος, πρόβλημα που μεγεθύνεται όχι μόνον γι’ αυτούς που δεν διαθέτουν παραγωγή, αλλά και για όσους διατηρούν ξεχωριστά τον κλάδο αυτό, καίτοι καθετοποιημένοι.

Στην περίπτωση, μάλιστα, νέων πελατών, δεν μπορεί να μετακυλιστεί το κόστος στα τιμολόγια, γιατί, σύμφωνα με τον Κώδικα Προμήθειας, υπάρχει η λεγόμενη «γκρι περίοδος», κατά την οποία δεν ενεργοποιείται η Ρήτρα Αναπροσαρμογής. Άρα, βλέπουν τα μεγέθη τους να συμπιέζονται.

Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό είναι οι φόβοι που εκφράζονται από προμηθευτές για την αδυναμία πληρωμής των φουσκωμένων λογαριασμών. Γεγονός που αναμένεται να δημιουργήσει ντόμινο στη λιανική αγορά προμήθειας ηλεκτρισμού. Δεν αποκλείεται να καταγραφεί αυξημένη μετακίνηση πελατών από προμηθευτή σε προμηθευτή, η μη ανάκτηση των χρεώσεων να δημιουργήσει σημαντική πίεση ρευστότητας σε προμηθευτές που δεν διαθέτουν ευελιξία σε κεφάλαια κίνησης, να περιοριστεί γενικά η ρευστότητα στην αγορά, οπότε πιθανώς να υπάρξουν «κανόνια» και εντέλει να πληγεί ο ανταγωνισμός.

Το πώς θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση μια πραγματικότητα που ήρθε για να μείνει, προσδοκάται να γίνει γνωστό το βράδυ του Σαββάτου, από τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ.

Αθηνά Καλαϊτζόγλου

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v