Σύνοψη
Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,55% (στα 920 ευρώ) πυροδοτεί αλυσιδωτές πιέσεις στο σύνολο της μισθολογικής κλίμακας, με τον μέσο μισθό το 2026 να εκτιμάται ότι θα κινηθεί ανοδικά κατά 4%-4,5%. Ωστόσο, η μετάδοση δεν είναι συμμετρική — το 2025 ο μέσος μισθός αυξήθηκε μόλις 1,5% — ενώ το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, ο πληθωρισμός και η γεωπολιτική αβεβαιότητα περιορίζουν τα περιθώρια γενικευμένων αυξήσεων. |
Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,55% (στα 920 ευρώ) λειτουργεί ως βασικός μοχλός πίεσης για την άνοδο και του μέσου μισθού στην ελληνική οικονομία, χωρίς όμως να εγγυάται αυτόματη και ανάλογη μετακύλιση σε όλα τα εισοδηματικά κλιμάκια.
Στην πράξη, ο κατώτατος μισθός αποτελεί «σημείο αναφοράς» για ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα: επηρεάζει όχι μόνο όσους αμείβονται με αυτόν, αλλά και όσους βρίσκονται λίγο πάνω από αυτόν, δημιουργώντας μια αλυσιδωτή πίεση για αυξήσεις (spillover effect — φαινόμενο διάχυσης μισθολογικών αυξήσεων σε υψηλότερα κλιμάκια).
Ήδη εκτιμάται ότι ο μέσος μισθός το 2026 θα κινηθεί ανοδικά κατά περίπου 4%-4,5%, ακολουθώντας την πορεία του κατώτατου, ενώ σε απόλυτα μεγέθη διαμορφώνεται ήδη κοντά ή και πάνω από τα 1.450–1.500 ευρώ μεικτά, στην περίπτωση βέβαια που υπολογίζονται μόνον οι μισθοί για πλήρη απασχόληση.
Ποια είναι τα δεδομένα
| Βασικές αλλαγές |
| ► Αυξάνεται ο κατώτατος μισθός κατά 4,55%, στα 920 ευρώ μεικτά |
| ► Εκτιμάται άνοδος του μέσου μισθού κατά 4%-4,5% το 2026, κοντά στα 1.450–1.500 ευρώ μεικτά |
| ► Πιέζονται οι επιχειρήσεις να αναπροσαρμόσουν μισθούς λόγω φαινομένου «συμπίεσης» (wage compression) στα χαμηλότερα κλιμάκια |
| ► Επιβαρύνεται το συνολικό εργοδοτικό κόστος — για καθαρό μισθό 1.200 ευρώ, το κόστος φτάνει τα 2.060 ευρώ |
| ► Καθορίζουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας τον βαθμό διάχυσης των αυξήσεων στον μέσο μισθό |
Όπως μάλιστα επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας Εργασίας Νίκος Μηλαπίδης, στην πράξη, ο κατώτατος μισθός συχνά επανακαθορίζει το σύνολο του μισθολογικού χάρτη, καθώς λειτουργεί σαν ένα ντόμινο που, έμμεσα αλλά ουσιαστικά, επηρεάζει και τον μέσο μισθό, ειδικά σε μια χρονική συγκυρία που η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας των τελευταίων 18 ετών.
Και αυτό γιατί σύμφωνα με τον κ. Μηλαπίδη:
- Πρώτον, δημιουργεί «πίεση συμπίεσης». Όταν ο κατώτατος ανεβαίνει, οι εργαζόμενοι που βρίσκονται λίγο πιο πάνω δεν αποδέχονται εύκολα να μείνουν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο. Οι επιχειρήσεις, για να διατηρήσουν ιεραρχίες, εμπειρία και κίνητρα, αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν προς τα πάνω και αυτούς τους μισθούς.
- Δεύτερον, επηρεάζει τις προσδοκίες. Ο κατώτατος δεν είναι απλώς ένας αριθμός· είναι σήμα. Σήμα για το «τι θεωρείται αποδεκτό» στην αγορά εργασίας. Όταν αυτό το σήμα αλλάζει, αλλάζει και το πλαίσιο διαπραγμάτευσης συνολικά.
- Τρίτον, ενισχύει τη ζήτηση. Περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα στα χαμηλότερα στρώματα σημαίνει μεγαλύτερη κατανάλωση παρά τις επίμονες πληθωριστικές τάσεις. Και όταν η κατανάλωση κινείται, οι επιχειρήσεις έχουν περισσότερα περιθώρια να αυξήσουν μισθούς ευρύτερα.
- Τέλος, λειτουργεί και ως μηχανισμός εξορθολογισμού. Επιχειρήσεις με χαμηλή παραγωγικότητα πιέζονται να εκσυγχρονιστούν ή να αποχωρήσουν, αφήνοντας χώρο σε πιο αποδοτικές που μπορούν να πληρώσουν καλύτερα.
Όλα τα παραπάνω, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα του υπουργείου Εργασίας, σε συνδυασμό με την πολιτική μείωσης της φορολογικής σφήνας (φόροι και ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον μισθό), την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας και φυσικά την αναβίωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας οδηγούν σε αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων που είναι και ο βασικός στόχος της κυβέρνησης.
«Παρά την διεθνή αβεβαιότητα θέλουμε η θετική δυναμική να επεκταθεί συνολικά στην αγορά εργασίας, ώστε η αύξηση της παραγωγικότητας να αντανακλάται σταδιακά σε υψηλότερες αποδοχές για περισσότερους εργαζόμενους», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η ασύμμετρη μετάδοση
Ωστόσο, η μετάδοση αυτή δεν είναι συμμετρική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 ο μέσος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 1,5%, παρά την ισχυρότερη αύξηση του κατώτατου, γεγονός που αποδίδεται στη δομή της αγοράς εργασίας και στη μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων σε χαμηλά εισοδηματικά επίπεδα. Με άλλα λόγια, η αύξηση του κατώτατου ανεβάζει τον μέσο όρο κυρίως «λογιστικά» (καθώς ανεβαίνει η βάση), αλλά δεν σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι βλέπουν ουσιαστική βελτίωση.
Καθοριστικός παράγοντας για το πόσο θα μεταφερθεί η αύξηση στον μέσο μισθό είναι οι συλλογικές συμβάσεις. Όπως επισημαίνεται, ο μέσος μισθός διαμορφώνεται από την προσφορά και τη ζήτηση στην αγορά εργασίας και όχι διοικητικά, με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις (διαδικασία κλαδικών ή επιχειρησιακών μισθολογικών συμφωνιών) να αποτελούν τον βασικό μηχανισμό διάχυσης των αυξήσεων. Επομένως, χωρίς ευρεία κάλυψη συμβάσεων, η επίδραση του κατώτατου παραμένει περιορισμένη.
Βέβαια, το διεθνές περιβάλλον λειτουργεί ως σημαντικός περιορισμός. Μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή, η άνοδος των τιμών ενέργειας και η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις και μειώνουν τα περιθώρια για γενικευμένες αυξήσεις μισθών. Παράλληλα, μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων εξανεμίζεται από τον πληθωρισμό, περιορίζοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι παρεμβάσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ — ο κεντρικός νομισματικός θεσμός της ευρωζώνης), Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη συγκρατημένων μισθολογικών αυξήσεων, ώστε να μην τροφοδοτηθεί ένας νέος πληθωριστικός κύκλος. Η λογική αυτή επηρεάζει έμμεσα και την ελληνική πολιτική, καθώς η χώρα κινείται εντός της ευρωζώνης και υπό κοινές νομισματικές κατευθύνσεις.
Παράλληλα, οι εργοδοτικοί φορείς θέτουν ως βασικό ζήτημα το υψηλό μη μισθολογικό κόστος. Στην Ελλάδα, για έναν καθαρό μισθό 1.200 ευρώ, το συνολικό κόστος για την επιχείρηση μπορεί να φτάσει τα 2.060 ευρώ, λόγω φόρων και εισφορών.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε αύξηση στον κατώτατο μισθό πολλαπλασιάζεται σε επίπεδο κόστους, περιορίζοντας την ικανότητα των επιχειρήσεων — ιδίως των μικρομεσαίων (ΜμΕ) — να δώσουν περαιτέρω αυξήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι προτάσεις των εργοδοτών για το 2026 κινούνταν χαμηλότερα (3%–3,5%) και συνοδεύονταν από αιτήματα για μείωση εισφορών.
Watch Now
| Τι να παρακολουθήσετε |
| ► Παρακολουθήστε την εξέλιξη των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων το 2026 — θα καθορίσουν αν η αύξηση του κατώτατου μεταφερθεί ουσιαστικά στον μέσο μισθό ή παραμείνει «λογιστική» |
| ► Εξετάστε τις αποφάσεις της ΕΚΤ για τα επιτόκια και τις κατευθύνσεις για τις μισθολογικές πολιτικές στην ευρωζώνη — επηρεάζουν άμεσα τα περιθώρια αυξήσεων στην Ελλάδα |