Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Εξαγωγές: Στα €48,7 δισ. το 2025, ανθεκτικότητα αλλά και νέοι κίνδυνοι

Η μεταποίηση και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στήριξαν την ανοδική πορεία των ελληνικών εξαγωγών. Πιέσεις από τα πετρελαιοειδή, γεωπολιτική αβεβαιότητα και ενεργειακή κρίση θέτουν νέες προκλήσεις για το έτος.

Εξαγωγές: Στα €48,7 δισ. το 2025, ανθεκτικότητα αλλά και νέοι κίνδυνοι

Οι εξαγωγές αγαθών κατέγραψαν σημαντική άνοδο την τρέχουσα δεκαετία, ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, με τη μεταποίηση να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται στην αύξηση του μεριδίου των εξαγόμενων αγαθών στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, από 39% το 2009 σε 48% το 2025.

Σύμφωνα με την τακτική έκδοση της Alpha Bank παρά τη δασμολογική αβεβαιότητα του 2025, το εμπόριο με τις ΗΠΑ δεν επηρεάστηκε αρνητικά. Ωστόσο, το 2026 το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα και σοβαρές διαταραχές στην αγορά πετρελαίου, με την ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ να παραμένει αβέβαιη.

Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο και δημιουργούν κινδύνους για τις ελληνικές εξαγωγές μέσω τριών βασικών καναλιών: αύξηση του κόστους παραγωγής, διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και πιθανή μείωση της ζήτησης από βασικούς εμπορικούς εταίρους.

Σημειώνεται ότι οι εξαγωγές προς 13 χώρες της Μέσης Ανατολής αντιστοιχούσαν στο 6,4% των συνολικών εξαγωγών το 2025, ενώ πάνω από το 57% κατευθύνεται προς ευρωπαϊκές αγορές που επίσης επηρεάζονται από την ενεργειακή κρίση.

Νέες ευκαιρίες από εμπορικές συμφωνίες

Την ίδια στιγμή, η ΕΕ έχει προχωρήσει σε στρατηγικές εμπορικές συμφωνίες με χώρες όπως η Ινδία, η Αυστραλία και οι χώρες της Mercosur, δημιουργώντας νέες προοπτικές για τους Ευρωπαίους εξαγωγείς.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Κομισιόν, οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία αναμένεται να διπλασιαστούν έως το 2032, ενώ το εμπόριο με την Αυστραλία μπορεί να αυξηθεί έως και 33% την επόμενη δεκαετία.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν περιθώρια ενίσχυσης της παρουσίας τους, υπό την προϋπόθεση στοχευμένων πολιτικών εξωστρέφειας και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Τα πρόσφατα μέτρα στήριξης που υιοθέτησε η κυβέρνηση για τη βιομηχανία, τον πρωτογενή τομέα και το πετρέλαιο κίνησης, συμβάλλουν στην ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας μέσω της συγκράτησης του κόστους ενέργειας, της τόνωσης της παραγωγής και διευκόλυνσης της μεταφοράς και κατ’ επέκταση της διατήρησης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων.

Η περαιτέρω ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών αφενός θα έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή άμβλυνση μιας διαχρονικής διαρθρωτικής ανισορροπίας της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και αφετέρου θα συμβάλει στον μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου προς μια περισσότερο εξωστρεφή κατεύθυνση, με μεγαλύτερη έμφαση στις επενδύσεις, τη βιομηχανική παραγωγή και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας.

Ανθεκτικότητα το 2025

Το 2025, οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών διαμορφώθηκαν στα 48,7 δισ. ευρώ, έναντι 50 δισ. ευρώ το 2024. Η μικρή υποχώρηση οφείλεται κυρίως στα πετρελαιοειδή, ενώ χωρίς αυτά οι εξαγωγές κατέγραψαν ιστορικό υψηλό στα 37 δισ. ευρώ.

Η ΕΕ αποτελεί σταθερά τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο, καθώς πάνω από το 57% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών κατευθύνονται προς αυτήν. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι τέσσερις κυριότερες χώρες προορισμού των ελληνικών εξαγωγών αγαθών το 2025 ανήκουν στην ΕΕ, δηλαδή η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος και η Βουλγαρία, ενώ μεταξύ των κυριότερων χωρών προορισμού βρίσκονται η Ρουμανία, η Ισπανία και η Γαλλία.

Οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ διατηρήθηκαν στα 2,4 δισ. ευρώ, με το εμπορικό ισοζύγιο να παραμένει πλεονασματικό, ενώ στη Μέση Ανατολή ανήλθαν σε 3,1 δισ. ευρώ. Ο Λίβανος αποτέλεσε τον κυριότερο προορισμό με εξαγωγές περίπου 1,2 δισ. ευρώ, οι οποίες αφορούσαν σχεδόν εξ ολοκλήρου εξαγωγές ορυκτών καυσίμων, ενώ ακολούθησε το Ισραήλ  με 1 δισ. ευρώ.

Κλάδοι και εξαγωγική δυναμική

Αύξηση καταγράφηκε το 2025 σε τρόφιμα (+9,4%), ποτά και καπνό (+7,8%), χημικά (+3,9%) και βιομηχανικά προϊόντα (+3,4%).

Αντιθέτως, οι εξαγωγές ορυκτών καυσίμων, λιπαντικών και συναφών προϊόντων μειώθηκαν κατά σχεδόν 15%, αν και εξακολουθούν να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο επί του συνόλου (26%). Υποχώρηση καταγράφηκε επίσης στις κατηγορίες ελαίων και λιπών ζωικής ή φυτικής προέλευσης (-3,7%) και μηχανημάτων και υλικού μεταφορών (-3,5%).

Διαχρονικά, περίπου το 70% των ελληνικών εξαγωγών προέρχεται από τη βιομηχανία, σχεδόν το ένα τέταρτο από το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και το 6%-7% από τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του πρωτογενούς τομέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξία των ελληνικών εξαγωγών, και ιδιαίτερα του βιομηχανικού κλάδου, έχει σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία.

Καθώς οι βιομηχανικές εξαγωγές προέρχονται κυρίως από τη μεταποίηση, ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάλυση της εξαγωγικής έντασης των επιμέρους κλάδων. Ο σχετικός δείκτης, που αποτυπώνει τον λόγο των εξαγωγών προς τη συνολική παραγωγή, δείχνει το ποσοστό της παραγωγής που κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές: όσο υψηλότερος είναι, τόσο εντονότερος είναι ο εξαγωγικός προσανατολισμός ενός κλάδου.

Το 2024, ο κλάδος ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό εξαγωγών σε σχέση με την παραγωγή (58%), ενισχυμένος σημαντικά σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Ακολούθησαν τα προϊόντα πετρελαίου, με τις εξαγωγές να αντιστοιχούν στο 54% της παραγωγής, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό.

Σημαντική ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας την τελευταία δεκαετία καταγράφεται επίσης στους κλάδους τροφίμων, φαρμακευτικών και πλαστικών προϊόντων, μηχανημάτων, μη μεταλλικών ορυκτών και χαρτοποιίας. Αντίθετα, μείωση εμφανίζουν οι κλάδοι ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, βασικών μετάλλων και κλωστοϋφαντουργίας, αν και εξακολουθούν να διατηρούν σχετικά υψηλό εξαγωγικό προσανατολισμό.

Δείκτης ανταγωνιστικότητας

Η θετική πορεία των ελληνικών εξαγωγών συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται στους δείκτες πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας (σσ. REER), οι οποίοι μετρούν τη σχετική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας έναντι των εμπορικών της εταίρων, είτε με βάση το κόστος εργασίας είτε τις τιμές.

Ο δείκτης REER με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας (σσ. ΜΚΕ) καταγράφει τη μεταβολή του κόστους εργασίας σε σχέση με τις άλλες χώρες. Η σημαντική πτώση του κατά 22% από το 2014 υποδηλώνει ουσιαστική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενώ το 2025 σημείωσε περαιτέρω μείωση κατά 1%.

Αντίθετα, ο δείκτης REER με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (σσ. ΕνΔΤΚ), που αποτυπώνει τη σχετική εξέλιξη των τιμών, παρουσίασε πιο ήπια πτώση κατά 5% την περίοδο 2014–2025. Ωστόσο, το 2025 κατέγραψε αύξηση 1%, εξέλιξη που υποδηλώνει ελαφρά επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας σε όρους τιμών.

Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας προέρχεται κυρίως από τη συγκράτηση του κόστους εργασίας, ενώ οι πιέσεις στις τιμές περιορίζουν εν μέρει αυτή τη θετική δυναμική.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο