Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πέρασαν με «άριστα» οι τράπεζες το τεστ του ΔΝΤ, τρεις απειλές

Μικρές απώλειες κεφαλαίων στα δύο δυσμενή σενάρια του Ταμείου. Κίνδυνοι από τον αναβαλλόμενος φόρο, την υπερβολική συγκέντρωση δανείων σε λίγους ομίλους και την αναποτελεσματικότητα των servicers.

Πέρασαν με «άριστα» οι τράπεζες το τεστ του ΔΝΤ, τρεις απειλές

Με ελάχιστες απώλειες πέρασαν οι ελληνικές τράπεζες τα πολύ αυστηρά stress tests από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ωστόσο, το ΔΝΤ επισημαίνει τους σοβαρούς κινδύνους που δημιουργούν η μεγάλη συμμετοχή των αναβαλλόμενων φόρων στα κεφάλαια, η υπερβολική συγκέντρωση δανείων σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις και η αναποτελεσματικότητα των servicers.

Σύμφωνα με την Έκθεση Αξιολόγησης της Σταθερότητας του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (FSAP) από το ΔΝΤ, την πρώτη που διενεργείται για τις ελληνικές τράπεζες ύστερα από 20 χρόνια (από το 2006), οι ελληνικές συστημικές τράπεζες περνούν με απόλυτη επιτυχία τα αυστηρά stress tests του Ταμείου.

Το ΔΝΤ πιστοποιεί ότι οι τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρούς ισολογισμούς, υψηλή κερδοφορία και άφθονη ρευστότητα, έχοντας εξυγιάνει το ενεργητικό τους από το συντριπτικό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs).

Το σκληρό τεστ αντοχής: Πώς οι τράπεζες άντεξαν τα ακραία σενάρια

Το ΔΝΤ υπέβαλε τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες κυριαρχούν κατέχοντας το 92,7% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού (περίπου 293 δισ. ευρώ), σε εξαιρετικά αυστηρές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) με ορίζοντα την τριετία 2026-2028.

Για την αξιολόγηση της αντοχής τους και της φερεγγυότητάς τους, χρησιμοποιήθηκαν δύο ακραία, αλλά αληθοφανή μακροοικονομικά σενάρια: ένα σενάριο βαθιάς ύφεσης (Recessionary) και ένα γεωπολιτικό σενάριο (Geopolitical).

Στο σενάριο ύφεσης, υποτίθεται μια συγχρονισμένη παγκόσμια επιβράδυνση σε συνδυασμό με κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη. Σε αυτή την περίπτωση, η ελληνική οικονομία υφίσταται ισχυρό σοκ, με σωρευτική μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 8,4% τα δύο πρώτα χρόνια και εκτίναξη της ανεργίας στο 15,5% στο αποκορύφωμα της κρίσης.

Στο γεωπολιτικό σενάριο, εξετάζεται η περαιτέρω κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και οι ακραίες διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες παραγωγής. Εδώ, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας συρρικνώνεται κατά 6,8% σωρευτικά, η ανεργία αυξάνεται στο 13% και ο πληθωρισμός επιταχύνεται στο 4,9% λόγω της εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου και των εμπορευμάτων.

Μικρή μείωση της κεφαλαιακής επάρκειας

Τα αποτελέσματα αυτών των ασκήσεων πιστοποιούν την εντυπωσιακή ανθεκτικότητα του εγχώριου κλάδου. Το ΔΝΤ καταγράφει ότι στο ακραίο σενάριο της ύφεσης, ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 των τραπεζών θα μειωνόταν μόλις κατά 1,4% στο κατώτατο σημείο. Η πτώση αυτή προέρχεται από αυξημένες προβλέψεις για πιστωτικές ζημιές και ασθενέστερα έσοδα από προμήθειες.

Στο γεωπολιτικό σενάριο, η επίδοση είναι καλύτερη, με την πτώση του δείκτη CET1 να περιορίζεται σε μόλις 0,7%. Ο λόγος είναι ότι τα υψηλότερα επιτόκια στηρίζουν τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, τα οποία λειτουργούν ως δίχτυ ασφαλείας, αντισταθμίζοντας τον αντίκτυπο των υψηλότερων ζημιών από τον πιστωτικό κίνδυνο.

Σε κάθε περίπτωση, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένουν με τεράστια άνεση πάνω από τις εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις κεφαλαιακών αποθεμάτων.

Παράλληλα, εξαιρετικές επιδόσεις καταγράφηκαν και στα stress tests ρευστότητας. Με τον Δείκτη Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) να βρίσκεται στο εντυπωσιακό 198,8% και τον Δείκτη Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (NSFR) στο 136,4% (στοιχεία Δεκεμβρίου 2025), οι ελληνικές τράπεζες υπερβαίνουν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και έχουν επαρκές «μαξιλάρι» ακόμα και σε πολύ δυσμενή σενάρια εκροών και κραδασμών στις αγορές.

Οι τρεις απειλές

Παρά τα διθυραμβικά αυτά στοιχεία, το κείμενο του FSAP αφιερώνει εκτενή και αυστηρά κεφάλαια στην ανάλυση τριών σημαντικών τρωτών σημείων του συστήματος, τα οποία αποτελούν συνεχή πηγή κινδύνου:

1. Το πρώτο μεγάλο «αγκάθι» αφορά την ποιότητα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, η οποία παραμένει αισθητά πιο αδύναμη σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους. Η αιτία είναι η γνωστή εξάρτησή τους από τις Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις (DTCs), ένα κατάλοιπο της ελληνικής κρίσης χρέους, του προγράμματος PSI (κούρεμα ομολόγων) και της μαζικής εκκαθάρισης των NPLs. Τα DTCs στους ισολογισμούς των τραπεζών ανέρχονταν τον Δεκέμβριο του 2025 στο ιλιγγιώδες ποσό των 11,5 δισ. ευρώ.

Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 43,4% του συνολικού εποπτικού κεφαλαίου CET1 (βασικά ίδια κεφάλαια). Παρότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί επιτρέπουν προς το παρόν τη συμπερίληψη αυτών των ποσών στα κεφάλαια, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το τεράστιο σχετικό μέγεθός τους υπερεκτιμά την πραγματική, υποκείμενη φερεγγυότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Συνιστά, μάλιστα, στην κυβέρνηση να μην αρκεσθεί στη συμφωνία των τραπεζών με τον Εποπτικό Μηχανισμό για ταχύτερη απόσβεση των DTCs, αλλά να το επιβάλει και με σχετική νομοθετική ρύθμιση.

2. Το δεύτερο μεγάλο δομικό ζήτημα που αναδεικνύει το Ταμείο αφορά το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας των ελληνικών τραπεζών και τη μονόπλευρη, συντηρητική πιστωτική τους επέκταση. Παρά την ανάκαμψη της συνολικής πιστωτικής ζήτησης, τα δάνεια κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε μεγάλες μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις (NFCs), αφήνοντας στο περιθώριο τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Αυτή η πρακτική έχει δημιουργήσει ένα σοβαρό κίνδυνο συγκέντρωσης (concentration risk).Το ΔΝΤ σημειώνει ότι οι συστημικές τράπεζες ακολουθούν εν πολλοίς πανομοιότυπες στρατηγικές δανεισμού. Οι 10 μεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις των τεσσάρων τραπεζών (δηλαδή ο δανεισμός σε 10 συγκεκριμένους τεράστιους εταιρικούς ομίλους) αντιπροσωπεύουν αθροιστικά το 121,6% του συνολικού κεφαλαίου Tier 1 του τραπεζικού συστήματος και το 81% του κεφαλαίου Tier 1.

Οι κολοσσοί αυτοί ανήκουν κατά βάση στους κλάδους των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και της μεταποίησης. Το Ταμείο προειδοποιεί ότι, παρότι αυτές οι μεγάλες εταιρείες διαθέτουν σήμερα υγιείς και ισχυρούς ισολογισμούς, η αλληλεξάρτηση αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο (highly correlated risk).

Εάν μια γεωπολιτική κρίση, ένα ενεργειακό σοκ ή μια ξαφνική οικονομική αναταραχή προκαλέσει ταυτόχρονη οικονομική δυσχέρεια σε περισσότερες από μία από αυτές τις λίγες εταιρείες, τότε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της χώρας θα αντιμετωπίσει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες, λόγω της απουσίας διαφοροποίησης (diversification) στο πελατολόγιό του. Το Ταμείο καλεί την ΤτΕ να παρακολουθεί πολύ στενά αυτούς τους μεγάλους κοινούς οφειλέτες και να είναι έτοιμη να επιβάλει μακροπροληπτικά μέτρα αύξησης των κεφαλαιακών αποθεμάτων.

3. Ο τρίτος «αστερίσκος» αφορά τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και τον αμφιλεγόμενο ρόλο των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (credit servicers). Το γεγονός ότι οι τράπεζες εξυγίαναν τους ισολογισμούς τους δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα των NPLs εξαφανίστηκε από την πραγματική οικονομία, απλώς, το χρέος έφυγε από τους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Οι servicers καλούνται να διαχειριστούν ένα γιγαντιαίο βουνό «κόκκινων» δανείων ύψους 72,6 δισ. ευρώ (αρχική ονομαστική αξία). Αυτό το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 31% του ελληνικού ΑΕΠ του 2024. Πρόκειται για 2,9 εκατομμύρια δάνεια που αφορούν και βαρύνουν άμεσα 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες, σε μια χώρα με πληθυσμό μόλις 10,4 εκατομμυρίων κατοίκων.

Από τα NPLs αυτά, περίπου τα μισά (37,6 δισ. ευρώ) εντάχθηκαν στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής» (HAPS), ενώ τα υπόλοιπα 35 δισ. ευρώ προέρχονται από απευθείας πωλήσεις. Το ΔΝΤ καταγράφει με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος την επίδοση των servicers, υπογραμμίζοντας ότι καθυστερούν σοβαρά τόσο στην αναδιάρθρωση όσο και στη ρευστοποίηση των NPLs, παραμένοντας σταθερά και αδικαιολόγητα πίσω από τους στόχους των δικών τους επιχειρηματικών σχεδίων.

Η υποαπόδοση αυτή δεν αποδίδεται αποκλειστικά στις χρόνιες παθογένειες του δικαστικού συστήματος και στις καθυστερήσεις στους πλειστηριασμούς. Το Ταμείο «δείχνει» τις ίδιες τις εταιρείες, σημειώνοντας ότι οι ξένοι επενδυτές που τις ελέγχουν υποεπενδύουν σε κρίσιμους τομείς (π.χ. σε εξειδικευμένο προσωπικό και προηγμένα συστήματα πληροφορικής), κυρίως λόγω των χαμηλών οικονομικών κινήτρων και των μεγάλων λήξεων των ομολόγων.

Οι επιπτώσεις αυτής της αναποτελεσματικότητας είναι συστημικές. Πρώτον, κρατά «όμηρους» εκατομμύρια πολίτες και μικρομεσαίους, οι οποίοι παραμένουν «μη τραπεζικά αποδεκτοί» (unbankable), στερώντας από τις ίδιες τις τράπεζες την ευκαιρία για διεύρυνση της πελατειακής τους βάσης και ανακόπτοντας την υγιή πιστωτική επέκταση.

Δεύτερον, γεννά τεράστιους δυνητικούς δημοσιονομικούς κινδύνους: Εάν οι ανακτήσεις χρεών από τους servicers συνεχίσουν να κινούνται με αργούς ρυθμούς, τα senior ομόλογα του προγράμματος «Ηρακλής» που διακρατούν οι τράπεζες κινδυνεύουν με σημαντικά ελλείμματα.

Κάτι τέτοιο θα ενεργοποιούσε κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 16,8 δισ. ευρώ (ή 6,8% του ΑΕΠ) τον Σεπτέμβριο του 2025, μεταφέροντας τελικά τον λογαριασμό στους Έλληνες φορολογούμενους και διογκώνοντας το δημόσιο χρέος. Το ΔΝΤ ζητά επιτακτικά από την Τράπεζα της Ελλάδος να εγκαταλείψει τον ρόλο του απλού παρατηρητή και να επιβάλει άμεσα αυστηρή εποπτεία στους servicers.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο