Ως προτεραιότητες προσδιόρισε την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας, την εξυπηρέτηση του διεθνούς εμπορίου, τη θωράκιση έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, τη διασφάλιση της ειρήνης και της δυνατότητας ελεύθερης και ασφαλούς διακίνησης ανθρώπων και αγαθών ο Yπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρίστος Δήμας, μιλώντας στο Growthfund Investor Summit 2026.
Ο κ. Δήμας χαρακτήρισε την Ελλάδα «γέφυρα σταθερότητας που συνδέει την Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή». Σημείωσε δε ότι: «Μόλις προχθές στη Θεσσαλονίκη, επισφράγισα από κοινού με τους Βούλγαρους και Ρουμάνους εταίρους μας τη βούληση ολοκλήρωσης του άξονα Μαύρης Θάλασσας – Αιγαίου, στο πλαίσιο του Διαδρόμου Βαλτική - Μαύρη Θάλασσα - Αιγαίο (BBA), ενώ συνομίλησα με τα Δυτικά Βαλκάνια, την Μολδαβία, την Ουκρανία και πλήθος επενδυτών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την επιτάχυνση των έργων υποδομής που απαιτούνται ώστε να λειτουργεί απρόσκοπτα και προσοδοφόρα ο Διάδρομος Δυτικών Βαλκανίων-Ανατολικής Μεσογείου».
Στο πλαίσιο της συζήτησης με θέμα «Critical infrastructure, trade corridors and Energy Connectivity», ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Γιάννης Τσακίρης προσδιόρισε ως κεντρικό κριτήριο για την προσέλκυση διεθνών επενδυτών, την οικονομική σταθερότητα. «Η οικονομική σταθερότητα μας δίνει το πρόκριμα να διεκδικήσουμε επενδύσεις από το εξωτερικό σε σημαντικά projects που αφορούν τη χώρα», επισήμανε.
Ως προς τη δραστηριότητα της EIB, ανέφερε πως για 2025 χρηματοδότησε 100 δισεκατομμύρια ευρώ σε επενδύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εφόσον θεωρηθεί ότι έχουν βαθμό μόχλευσης 5, τότε εισέφερε περίπου 500 δισεκατομμύρια ευρώ στην ευρωπαϊκή οικονομία. Προσδιόρισε τα δίκτυα, τις υποδομές, την άμυνα και ασφάλεια, καθώς και την υψηλή τεχνολογία ως τους άξονες προτεραιότητας ως το 2027, δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα της Ε.Ε.
«Παραμένει, βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια μια σημαντική προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων η κλιματική προσαρμογή, και ως παράγωγο της κλιματικής αλλαγής, ο τομέας του νερού, ειδικά για τη Νότια Ευρώπη», σημείωσε ο κ. Τσακίρης.
Ειδικότερα για τους τομείς στους οποίους θα πρέπει να εστιάσει η Ελλάδα, έβαλε μεν στο επίκεντρο τα δίκτυα, όχι τόσο τα οδικά, αλλά δίκτυα σιδηροδρόμου, νερού και ενέργειας. «Στο κομμάτι της ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να επενδύσουμε μαζικά στην αποθήκευση και τις διασυνδέσεις, διασυνοριακές αλλά και εντός συνόρων», επέμεινε, αναφερόμενος στη χρηματοδότηση από την EIB με 1,2 δισ. ευρώ της διασύνδεση των νησιών του Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στα logistics, βάζοντας στο κάδρο τα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης, της Θεσσαλονίκης, του Πειραιά, της Ελευσίνας αλλά και του Λαυρίου. «Όλα αυτά θεωρώ ότι είναι οι προτεραιότητες για τα επόμενα χρόνια, μαζί με τη γεωπολιτική εξωστρέφεια», κατέληξε, κάνοντας ειδική αναφορά στον κάθετο διάδρομο Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ρουμανίας και στον διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC).
Αναφερόμενος στις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, ο Πρόεδρος και CEO της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, σημείωσε ότι το ενεργειακό τοπίο έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υπενθυμίζοντας ότι μέσα σε διάστημα πέντε ετών η Ευρώπη βίωσε δύο σοβαρές ενεργειακές κρίσεις, που οδήγησαν σε εκτίναξη του ενεργειακού κόστους.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν τη λύση για την Ευρώπη, τόσο για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και οικονομικής ωφέλειας όσο και για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής ανεξαρτησίας της. Όπως ανέφερε, η κατεύθυνση αυτή έχει πλέον υιοθετηθεί και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στόχο την ταχεία μετάβαση στις ΑΠΕ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία των διασυνοριακών διασυνδέσεων, χαρακτηρίζοντάς τις κομβικής σημασίας για την απελευθέρωση της ενέργειας στην Ευρώπη. Όπως σημείωσε, η Ευρώπη εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στον τομέα αυτό, παρά το γεγονός ότι η ενεργειακή κρίση κόστισε περίπου 650 δισ. ευρώ για τη στήριξη των πολιτών. Αντίθετα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρέθεσε, το κόστος των διασυνδέσεων που απαιτούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο έως το 2040 ανέρχεται σε περίπου 150 δισ. ευρώ. «Επιδοτούμε το πρόβλημα, αλλά όχι τη λύση», είπε χαρακτηριστικά.
Μιλώντας για τις λύσεις που θα ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ζήτηση που προκύπτει από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ο κ. Στάσσης αναφέρθηκε στην αδειοδότηση του μεγαλύτερου data center στην ευρύτερη περιοχή, ισχύος 1 GW, στην Κοζάνη, χωρίς επιβάρυνση των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας για τους Έλληνες καταναλωτές. «Λειτουργούμε υπεύθυνα, απαντώντας σε αυτή τη νέα ανάγκη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ο κ. Στάσσης τόνισε ότι η περιοχή της Κοζάνης μετασχηματίζεται, περνώντας από το μοντέλο της μονοκαλλιέργειας της ενέργειας σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που βασίζεται στην τεχνολογία και την καινοτομία. Όπως σημείωσε, η ΔΕΗ δημιουργεί έναν κόμβο σύγχρονων ενεργειακών τεχνολογιών, ο οποίος θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας και νέες προοπτικές για τις επόμενες γενιές. Σύμφωνα με τον ίδιο, το έργο της Κοζάνης ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες του ψηφιακού και του ενεργειακού μετασχηματισμού.
Αναφερόμενος στη διεθνή παρουσία της ΔΕΗ, επισήμανε ότι ο όμιλος δραστηριοποιείται ήδη σε πέντε χώρες, ενώ εξετάζει περαιτέρω επέκταση σε αγορές όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία, εξηγώντας ότι «η ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είχε μείνει πίσω επί δεκαετίες και η ΔΕΗ μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξή της».
Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής CEO του Υπερταμείου, Παναγιώτης Σταμπουλίδης, αναφέρθηκε στον μετασχηματισμό του ρόλου του Υπερταμείου, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχουν υλοποιηθεί επενδύσεις ύψους 3,5 δισ. ευρώ, με απτά αποτελέσματα σε ένα ευρύ φάσμα τομέων, από τα λιμάνια έως τις υποδομές υγείας.
Ειδική αναφορά έκανε στον Λιμένα Αλεξανδρούπολης, τον οποίο χαρακτήρισε κομβικό στοιχείο του στρατηγικού αφηγήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς αποτελεί σημείο μέσω του οποίου η χώρα οικοδομεί μια ισχυρή δυναμική σύνδεσης με τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Ευρώπη. Όπως σημείωσε, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε το έργο εκβάθυνσης του λιμένα, καθώς και η διασύνδεσή του με την Εγνατία Οδό.
Επίσης, αναφέρθηκε στον ενεργό ρόλο του Υπερταμείου στην ωρίμαση έργων στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, αναφέροντας ως παράδειγμα το έργο για τις νέες ταυτότητες και τα διαβατήρια, το οποίο δημοπρατείται από το Υπερταμείο.
Επισήμανε δε ότι το Υπερταμείο, για πρώτη φορά, επεκτείνει τη δραστηριότητά του πέρα από τα ελληνικά σύνορα, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, έχει ήδη υπογραφεί διακρατική συμφωνία με τη Μολδαβία, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά από το 2011 που η Πολιτεία επιτρέπει την εξαγωγή τεχνογνωσίας που έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα.
Τέλος, έκανε γνωστό μέσω σχετικής κυβερνητικής πρωτοβουλίας προβλέπεται η διάθεση επιπλέον 500 εκατ. ευρώ στο Υπερταμείο, προκειμένου να προχωρήσει στην ωρίμανση νέων έργων κατά την επόμενη περίοδο.
Ο Senior Advisor της Development Finance Corporation (DFC), Conner Mieth, χαρακτήρισε την Ελλάδα κομβικό σημείο για τη δραστηριότητα του οργανισμού, υπογραμμίζοντας ότι αποτελεί στρατηγικής σημασίας περιοχή για την αμερικανική κυβέρνηση. Όπως ανέφερε, το διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της διασυνδεσιμότητας και της δημιουργίας εναλλακτικών εμπορικών διαδρόμων.
Αναφερόμενος στον διάδρομο IMEC, ο Conner Mieth υπογράμμισε ότι οι σημερινές γεωπολιτικές εξελίξεις και η αυξανόμενη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου προσδίδουν νέα δυναμική και νέο σκοπό στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Όπως τόνισε, η πρωτοβουλία αυτή αναδεικνύει την ανάγκη ύπαρξης διαφοροποιημένων εμπορικών διαδρόμων και εφεδρικών εμπορικών συστημάτων. «Για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η περιοχή αυτή αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα», σημείωσε.
Αναφερόμενος στις ευκαιρίες που διακρίνει στην Ελλάδα, ο Conner Mieth επισήμανε ότι η χώρα λειτουργεί ως άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο, προσφέροντας σταθερότητα και αποτελώντας σημείο αναφοράς για τις υποδομές και τα logistics στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ενδιαφέρον της DFC εστιάζεται κυρίως στις ενεργειακές υποδομές, στις ψηφιακές υποδομές που βασίζονται στην ενεργειακή ασφάλεια, καθώς και στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών. Τόνισε, επίσης, ότι η Ελλάδα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ναυτικές δυνάμεις διεθνώς, εκφράζοντας την επιθυμία για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.
Τη συζήτηση συντόνισε ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, Deputy CEO for Investments, Growthfund.