Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε παρατεταμένη στασιμότητα εδώ και μία δεκαετία και ο Άντι Μπέρναμ δηλώνει αποφασισμένος να βγάλει τη χώρα από αυτήν.
Ο πρώην δήμαρχος του Ευρύτερου Μάντσεστερ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, υπόσχεται μια ριζική αναδιάρθρωση του βρετανικού κράτους. Αυτή περιλαμβάνει μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο στην ενέργεια, το νερό, τις μεταφορές και την εκπαίδευση, παράλληλα με επενδύσεις στην κοινωνική κατοικία και σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας. Η αποστολή του, όπως την περιγράφει ο ίδιος, είναι: «Ανάπτυξη σε κάθε ταχυδρομικό κώδικα, ελπίδα σε κάθε καρδιά», επισημαίνει σε άρθρο του στο Bloomberg ο γνωστός αναλυτής Simon Nixon.
Ο Μπέρναμ αναλαμβάνει το αξίωμα έχοντας διαμορφώσει μια οξεία διάγνωση των παθογενειών που ταλανίζουν τη Βρετανία: ένα οικονομικό μοντέλο βασισμένο στις ιδιωτικοποιήσεις, στη χαμηλή φορολογία και στη χαλαρή ρυθμιστική εποπτεία οδήγησε σε χρόνια υποεπένδυση, υποδομές που καταρρέουν, αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών, χαμηλή παραγωγικότητα, στάσιμα επίπεδα διαβίωσης και επίμονα δημοσιονομικά και ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το Brexit και άλλοι κραδασμοί επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα τη χώρα με υψηλό χρέος. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο θα λειτουργήσει στην πράξη ο λεγόμενος «Manchesterism» παραμένουν ασαφείς, συνεχίζει ο αρθρογράφος.
Για έμπνευση, ο Μπέρναμ θα μπορούσε να στραφεί σε μια ευρωπαϊκή χώρα που βρισκόταν σε ακόμη βαθύτερη κρίση πριν από μία δεκαετία. Από το χείλος της χρεοκοπίας το 2015, η Ελλάδα έχει επιτύχει μια αξιοσημείωτη αναστροφή της πορείας της: το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει μειωθεί από το υψηλό περίπου του 200% σε εκτιμώμενο 137% φέτος, επίπεδο χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο της Ιταλίας.
Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έχουν πλέον αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου διαμορφώνεται σήμερα γύρω στο 3,6% — περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από την αντίστοιχη απόδοση των βρετανικών κρατικών ομολόγων.
Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν σε αυτή την επιτυχία. Ένας όμως που αναμφίβολα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο είναι το Υπερταμείο (Growthfund), το οποίο η Αθήνα υποχρεώθηκε να δημιουργήσει στο πλαίσιο του προγράμματος διάσωσης του 2015, υπό την πίεση της «τρόικας» των επίσημων πιστωτών -της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Η εταιρεία συμμετοχών ειδικού σκοπού, στην οποία μεταφέρθηκαν δημόσια περιουσιακά στοιχεία προς ιδιωτικοποίηση ή εμπορική αξιοποίηση, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, καθώς πολλοί τη θεωρούσαν ουσιαστικά μέσο απαλλοτρίωσης της εθνικής περιουσίας από απαιτητικούς πιστωτές.
Δείχνοντας τον δρόμο
Παρά ταύτα, το Υπερταμείο έχει αποδώσει στο ελληνικό Δημόσιο περισσότερα από 20 δισ. ευρώ από την ίδρυσή του, εκ των οποίων τα 15 δισ. ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με Έλληνες αξιωματούχους, έχει μειώσει τις πιέσεις στον κρατικό προϋπολογισμό, μετατρέποντας ζημιογόνα περιουσιακά στοιχεία σε παραγωγικά, μέσω της ιδιωτικοποίησης συμμετοχών σε τράπεζες που είχαν κρατικοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης, της πώλησης μετοχών σε ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια, καθώς και της βελτίωσης της διαχείρισης ακινήτων, σιδηροδρόμων και άλλων κρατικών περιουσιακών στοιχείων.
Το 2025, η Ελλάδα προχώρησε μάλιστα στην πρόωρη αποπληρωμή δανείου ύψους 1,1 δισ. ευρώ προς τη Γαλλία, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών δυσκολιών του Παρισιού και προκαλώντας τον εισηγητή του γαλλικού προϋπολογισμού στη Γερουσία να «ευχαριστήσει τους Έλληνες φίλους μας που μας βοήθησαν να μειώσουμε το έλλειμμά μας».
Σήμερα, το Υπερταμείο εξελίσσεται. Κατά τη διάρκεια της Ημέρας Ενημέρωσης Επενδυτών στην Αθήνα τον περασμένο μήνα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης το μετονόμασε σε Hellenic Growth Fund και του έδωσε νέο ρόλο ως κρατικού επενδυτικού ταμείου (sovereign wealth fund).
Από πολλές απόψεις, η Ελλάδα απλώς ακολουθεί μια παγκόσμια τάση, συνεχίζει ο Nixon. Κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο τον ισολογισμό τους ως στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο.
Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθέτησε μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, αποκτώντας συμμετοχές σε εταιρείες ημιαγωγών και κρίσιμων ορυκτών. Ο Μαρκ Κάρνεϊ πρότεινε τη δημιουργία του ταμείου Canada Strong. Η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ δημιούργησε το National Wealth Fund και τη Great British Energy. Ο ίδιος ο Μπέρναμ ίδρυσε στο Μάντσεστερ ένα μελλοντικό επενδυτικό ταμείο.
Αυτό που καθιστά το ελληνικό Yπερταμείο ιδιαίτερα διδακτικό είναι ότι αποδεικνύει τι μπορεί να επιτύχει μια χώρα ακόμη και χωρίς δημοσιονομικά πλεονάσματα που προέρχονται από το πετρέλαιο ή τη δυνατότητα χρηματοδότησης επενδύσεων μέσω νέου δανεισμού. Αντίθετα, το ταμείο δημιουργήθηκε αξιοποιώντας ένα απόθεμα υφιστάμενων δημόσιων περιουσιακών στοιχείων -από υποδομές και ακίνητα έως συμμετοχές σε δημόσιες επιχειρήσεις- τα οποία πλέον διαχειρίζονται με εμπορικά κριτήρια ώστε να αποφέρουν αποδόσεις που χρηματοδοτούν στρατηγικές προτεραιότητες.
Μια συνηθισμένη ένσταση είναι ότι τέτοιου είδους δημόσια επενδυτικά ταμεία εκτοπίζουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. Ωστόσο, ο διευθύνων σύμβουλος του Υπερταμείου, Γιάννης Παπαχρήστου -ο οποίος προέρχεται και ο ίδιος από τον ιδιωτικό τομέα- υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: φέρνοντας στην αγορά ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες, το ταμείο προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια. Άλλωστε, πολλοί τραπεζίτες που δραστηριοποιούνται στις υποδομές επισημαίνουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά τους είναι η έλλειψη επενδυτικών έργων.
Οι συν-επενδυτές πρέπει επίσης να έχουν εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση του Υπερταμείου. Ο Παπαχρήστου επισημαίνει ότι μεταξύ της διοίκησης και του αρμόδιου υπουργού-μετόχου παρεμβάλλονται πολλαπλά επίπεδα ανεξάρτητων διοικητικών συμβουλίων, ενώ στο διοικητικό συμβούλιο συμμετέχει και εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Προσθέτει ακόμη ότι η βαθιά γνώση της ελληνικής αγοράς επιτρέπει στο Υπερταμείο να βοηθά τους επενδυτές να αντιμετωπίζουν πολιτικά και κανονιστικά εμπόδια.
Αυτή τη φορά, Έλληνες επιχειρηματικοί ηγέτες, κυβερνητικά στελέχη και ξένοι επενδυτές μιλούσαν με ενθουσιασμό για τις ευκαιρίες που προσφέρει η Ελλάδα ως οικονομικά και πολιτικά σταθερός κόμβος για πολλούς στρατηγικούς τομείς στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Ακόμη και ο χώρος της εκδήλωσης συμβόλιζε τη μεταβολή της τύχης της χώρας: το πρόσφατα ανακαινισμένο και πολυτελώς διαμορφωμένο ξενοδοχείο Ilisian Hotel, πρώην Hilton, όπου άλλοτε κατέλυαν τα στελέχη της τρόικας.
Βεβαίως, οι δύο χώρες διαφέρουν σημαντικά. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έλλειμμα επενδύσεων κεφαλαίου, οι οποίες ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν αρκετές ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που ανέρχεται στο 21%. Ωστόσο, το ίδιο ισχύει και για πολλές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου που ο Μπέρναμ επιδιώκει να αναζωογονήσει. Ένα ταμείο που μπορεί να δημιουργεί επενδυτικές ευκαιρίες και να λειτουργεί ως καταλύτης επενδύσεων θα μπορούσε να διαδραματίσει χρήσιμο ρόλο.
Η Ελλάδα αποδεικνύει ότι ένα δημόσιο επενδυτικό ταμείο, το οποίο διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιο υφιστάμενων δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να είναι πραγματικά αποτελεσματικό. Παράλληλα, μπορεί να πραγματοποιεί νέες επενδύσεις, αξιοποιώντας επιχειρησιακή τεχνογνωσία, γνώση της αγοράς και σταθερές πηγές εσόδων.
Παρότι πολλές από τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες της Βρετανίας βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα περιουσιακών στοιχείων καταγεγραμμένων σε έναν ισολογισμό που ελάχιστα αποτιμάται ή διαχειρίζεται.
Σε αυτά περιλαμβάνονται μεγάλα χαρτοφυλάκια ακινήτων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS), δίκτυα μεταφορών και άλλα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, των οποίων η ιδιοκτησία και η διαχείριση είναι συχνά κατακερματισμένες.
Το ίδιο ισχύει και για οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως ο Δήμος του Μπέρμιγχαμ, ο οποίος το 2023 βρέθηκε στα πρόθυρα χρεοκοπίας, ενώ ταυτόχρονα διέθετε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία με χαμηλή απόδοση. Όπως και η Ελλάδα, έτσι και η Βρετανία πρέπει να αξιοποιήσει τον υφιστάμενο δημόσιο πλούτο της για να δημιουργήσει τον πλούτο του μέλλοντος.
Βεβαίως, η Ελλάδα έφθασε σε αυτό το σημείο μόνο επειδή βρέθηκε αντιμέτωπη με ακραία εξωτερική πίεση, αφού έχασε την πρόσβασή της στις αγορές ομολόγων. Χωρίς αυτή την πίεση, είναι μάλλον απίθανο η χώρα να είχε συγκεντρώσει ποτέ την απαραίτητη πολιτική βούληση ώστε να υπερβεί τα κατεστημένα συμφέροντα και τη γραφειοκρατική αδράνεια και να επιβάλει εμπορική πειθαρχία στη διαχείριση του δημόσιου ισολογισμού.
Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, πάντως, ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους παραμένει έργο σε εξέλιξη. Δέκα χρόνια αργότερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει ολοκληρωμένο κτηματολόγιο, ενώ πολλά περιουσιακά στοιχεία -μεταξύ των οποίων και δημόσια ακίνητα- που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί εμπορικά εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός του ταμείου.
Ωστόσο, η Ελλάδα αποδεικνύει ότι ένας δημόσιος ισολογισμός μπορεί να αξιοποιηθεί με τρόπο που καθησυχάζει, αντί να ανησυχεί, τις αγορές ομολόγων. Αυτή είναι πλέον η πρόκληση που αντιμετωπίζει ο Μπέρναμ. Το ερώτημα είναι αν η Βρετανία μπορεί να ακολουθήσει το ελληνικό παράδειγμα χωρίς να χρειαστεί προηγουμένως να περάσει μέσα από μια κρίση χρέους.