Με ένα ακόμη ξενοδοχείο στις Κυκλάδες και συγκεκριμένα στη Μήλο θα ενισχύσει το… οπλοστάσιό του για το 2026 το Empiria Group, το οποίο προετοιμάζει, παράλληλα, την απόβασή του στην Αθήνα, εμπλουτίζοντας τη λίστα των προορισμών στους οποίους επιδιώκει να αφήσει το στίγμα του, με απώτερο στόχο την ανάπτυξη ενός «χαρτοφυλακίου με ισχυρό multi-destination αποτύπωμα».
Έχοντας ήδη παρουσία σε πρωτοκλασάτους προορισμούς των Κυκλάδων, όπως η Σαντορίνη και η Πάρος, το Empiria Group επεκτείνει τις δραστηριότητές του στη Μήλο, όπου το καλοκαίρι θα κάνει πρεμιέρα το νέο 5άστερο ξενοδοχείο του, που αντιστοιχεί σε μία επένδυση ύψους 15 εκατ. ευρώ.
«Το επενδυτικό μας ενδιαφέρον εστιάζει σε προορισμούς που παρουσιάζουν σαφή και διατηρήσιμη ζήτηση, σταθερότητα στις αποδόσεις και περιθώριο ανάπτυξης προϊόντων υψηλής αξίας. Η Σαντορίνη και η Πάρος αποτελούν τον βασικό κορμό του χαρτοφυλακίου μας, με αποδεδειγμένη απόδοση και ισχυρό positioning στη διεθνή αγορά, ενώ η Πελοπόννησος λειτουργεί συμπληρωματικά, διευρύνοντας τη διάρκεια της σεζόν και μειώνοντας το συνολικό ρίσκο του χαρτοφυλακίου.
Η Μήλος είναι ένας προορισμός με έντονη διεθνή ζήτηση, περιορισμένη προσφορά υψηλής ποιότητας και σαφή περιθώρια περαιτέρω αναβάθμισης του τουριστικού της προϊόντος. Το συγκεκριμένο project ενισχύει την παρουσία μας στις Κυκλάδες με έναν ακόμη προορισμό που διαθέτει ισχυρό brand awareness και ταυτόχρονα προσφέρει δυνατότητα τοποθέτησης ενός διαφοροποιημένου premium προϊόντος», επισημαίνει στο Euro2day.gr ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Αντώνης Ηλιόπουλος.
Ο σχεδιασμός του ομίλου προβλέπει και την είσοδό του στην Αθήνα, μία εξέλιξη που ενισχύει τη γεωγραφική διασπορά του και «δημιουργεί πρόσβαση σε μια αγορά city break με αυξανόμενη διεθνή δυναμική, προσφέροντας καλύτερη εξισορρόπηση της εποχικότητας και μεγαλύτερη σταθερότητα σε ετήσια βάση», όπως εξηγεί ο Αντ. Ηλιόπουλος.
«Η επέκτασή μας στην Αθήνα αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για τον όμιλο Empiria, καθώς η πρωτεύουσα εξελίσσεται ταχύτατα σε έναν σύγχρονο, δυναμικό προορισμό με διεθνή απήχηση. Το ακίνητο στο Κολωνάκι βρίσκεται σε μια περιοχή με ιδιαίτερο χαρακτήρα, ιστορία και πολιτιστική ζωντάνια, στοιχεία που δημιουργούν μια μοναδική βάση για την ανάπτυξη ενός προσεγμένου έργου φιλοξενίας.
Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση του σχεδιασμού και της αξιολόγησης των δυνατοτήτων του ακινήτου, με στόχο να δημιουργηθεί ένας χώρος που θα υπηρετεί υψηλή ποιότητα και θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του σύγχρονου ταξιδιώτη της πόλης.
Το στοίχημα της Αθήνας συνολικά είναι η ουσιαστική αναβάθμιση του city break και η ενίσχυση της διεθνούς εικόνας της πόλης μέσα από επενδύσεις που σέβονται την τοπική φυσιογνωμία και παράλληλα αναδεικνύουν την αστική της δυναμική. Η Αθήνα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους city προορισμούς της Μεσογείου, και θέλουμε να συμμετέχουμε σε αυτή τη νέα πορεία με τρόπο υπεύθυνο και μετρημένο», επισημαίνει.
Το συνολικό επενδυτικό πλάνο του ομίλου που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά τα projects σε Μήλο και Αθήνα διαμορφώνεται στα 25 εκατ. ευρώ.
Τα κριτήρια
Σε ό,τι αφορά τις παραμέτρους που λαμβάνει υπόψη του προκειμένου να τοποθετηθεί σε κάποιον προορισμό, ο ιδρυτής του ομίλου Αντ. Ηλιόπουλος εξηγεί πως «τα κριτήρια επιλογής των επενδύσεών μας είναι καθαρά επιχειρησιακά. Εξετάζουμε την ωριμότητα και την προβλεψιμότητα της ζήτησης, την επάρκεια ή τη δυνατότητα αναβάθμισης των υποδομών, το επενδυτικό περιθώριο σε επίπεδο ADR (σ.σ.: μέση ημερήσια τιμή) και RevPAR (σ.σ.: έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο), καθώς και τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός premium προϊόντος χωρίς συμπίεση των περιθωρίων απόδοσης. Δεν μας ενδιαφέρει η ταχεία ή μαζική επέκταση, αλλά η προσεκτική επιλογή assets με ξεκάθαρη προοπτική αποδοτικότητας».
Στο επίκεντρο της στρατηγικής ανάπτυξης του Empiria Group σε βάθος δεκαετίας βρίσκεται η διαμόρφωση ενός χαρτοφυλακίου με ισχυρό multi-destination αποτύπωμα, ικανού να εξισορροπεί εποχικότητα, γεωγραφικούς κινδύνους και εξωγενείς πιέσεις.
«Προβλέπουμε επιλεκτικές επεκτάσεις, με έμφαση σε έργα που προσφέρουν asset value appreciation και ουσιαστική συμβολή στο EBITDA του ομίλου. Φιλοδοξία μας είναι το Empiria Group να καταγραφεί ως ένας από τους πιο συμπαγείς, αποδοτικούς και καλά διαφοροποιημένους hospitality operators στην ελληνική αγορά, με σαφές επενδυτικό αφήγημα και μέγεθος που επιτρέπει βιώσιμη ανάπτυξη και οικονομίες κλίμακας», τονίζει ο Αντ. Ηλιόπουλος.
Η απόδοση του 2025
Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό για το 2025, μία χρονιά κατά την οποία η Σαντορίνη, ένας από τους προορισμούς όπου το Empiria Group έχει ισχυρή παρουσία, δοκιμάστηκε λόγω της σεισμικής ακολουθίας που καταγράφηκε, ο επικεφαλής του επισημαίνει: «Το 2025 ξεκίνησε με σημαντικές πιέσεις, καθώς η σεισμική δραστηριότητα στη Σαντορίνη επηρέασε άμεσα τη ζήτηση και οδήγησε σε απώλεια των κρατήσεων του Φεβρουαρίου, ενός μήνα που παραδοσιακά θεωρείται κρίσιμος για τη διαμόρφωση του booking pace και της προβλεψιμότητας της σεζόν. Η απώλεια αυτής της περιόδου δημιούργησε ένα μετρήσιμο εμπορικό κενό που έπρεπε να καλυφθεί με ταχύτητα και στοχευμένες ενέργειες».
Ως αντίβαρο στις επιδόσεις του ομίλου λειτούργησε η Πάρος, η οποία τα τελευταία χρόνια δείχνει σταθερή και αυξανόμενη δυναμική, παίζοντας «καθοριστικό ρόλο στην εξισορρόπηση της χρονιάς», όπως τονίζει ο Αντ. Ηλιόπουλος.
«Παρά τις αρχικές αναταράξεις, η χρονιά κατάφερε να επιστρέψει σε ισορροπία, επιβεβαιώνοντας ότι η διαφοροποίηση των προορισμών μας λειτουργεί αποτελεσματικά ως μηχανισμός αντιστάθμισης κινδύνου. Το 2025 απέδειξε πρακτικά ότι το επιχειρηματικό μας μοντέλο διαθέτει ανθεκτικότητα, ικανότητα ταχείας προσαρμογής και δυνατότητα απορρόφησης εξωγενών διαταραχών.
Συνολικά, η χρονιά κατέληξε να διαμορφώνει μια σταθερή βάση για το 2026, με σαφή ένδειξη ότι η στρατηγική μας πορεία παραμένει υγιής και βιώσιμη», προσθέτει.
Η πρόβλεψη για το 2026
Δίνοντας ένα πρώτο στίγμα για το 2026, ο επικεφαλής του Empiria Group υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει εδραιώσει μια δυναμική που δεν είναι συγκυριακή, επισημαίνοντας πως «το 2026 διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλής βάσης».
«Η εκτίμησή μου για το 2026 είναι θετική, αλλά χωρίς θριαμβολογίες. Η ζήτηση παραμένει ισχυρή και οι διεθνείς προβλέψεις συγκλίνουν σε μια ακόμη χρονιά υψηλών επιδόσεων. Όμως η αγορά ωριμάζει. Η ανάπτυξη πλέον δεν προέρχεται μόνο από τον όγκο, αλλά ολοένα και περισσότερο από την αξία, από υψηλότερη μέση δαπάνη και από ένα ταξιδιωτικό κοινό που επιλέγει προορισμούς με κριτήριο την ποιότητα», αναφέρει και τονίζει πως «για εμάς το 2026 δεν είναι μια χρονιά “ακόμη ενός ρεκόρ”. Είναι μια χρονιά όπου το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη σύνθεση της ζήτησης, στα περιθώρια κερδοφορίας και στη σταθερότητα της απόδοσης. Η πρόκληση για τους οργανωμένους ομίλους δεν είναι να αυξήσουν τους αριθμούς, αλλά να διασφαλίσουν ότι η ανάπτυξη παραμένει υγιής και βιώσιμη. Και σε αυτό το σημείο θα κριθεί η επόμενη μέρα του ελληνικού τουρισμού».
Οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας
Ως προς τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο ελληνικός τουρισμός την επόμενη δεκαετία, ο Αντ. Ηλιόπουλος εκτιμά ότι αυτές συνδέονται με διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την ικανότητα της χώρας να απορροφά και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τη ζήτηση.
«Το βασικό ζήτημα αφορά τα capacity constraints σε κρίσιμες υποδομές: υδροδότηση, ενέργεια, διαχείριση αποβλήτων, λιμενικές εγκαταστάσεις, οδικό δίκτυο και σημεία εισόδου όπως αεροδρόμια. Σε αρκετούς καθιερωμένους προορισμούς, οι υποδομές λειτουργούν ήδη στο όριο ή και πάνω από τη φέρουσα ικανότητά τους, δημιουργώντας operational bottlenecks που επηρεάζουν τόσο την εμπειρία όσο και την απόδοση των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η κλιματική μεταβλητότητα ενισχύει το ρίσκο ασυνέχειας σε πολλαπλά επίπεδα: αυξημένες απαιτήσεις σε ενέργεια και νερό, μεγαλύτερη πίεση σε φυσικούς πόρους και μεγαλύτερη συχνότητα ακραίων φαινομένων, τα οποία επιβαρύνουν περαιτέρω ένα ήδη ευαίσθητο λειτουργικό πλαίσιο. Αυτή η πραγματικότητα επαναφέρει στην πρώτη γραμμή την ανάγκη για επενδύσεις σε ανθεκτικότητα καθώς και για στρατηγικό σχεδιασμό στη διαχείριση των πόρων.
Επιπλέον, σε ορισμένους ώριμους προορισμούς αναδύεται το φαινόμενο του market saturation risk, όχι λόγω υπερβολικής ζήτησης αλλά λόγω ανεπαρκούς ικανότητας υποστήριξης της ζήτησης σε premium επίπεδο. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης και μειώνει το περιθώριο για αύξηση αξίας, εάν δεν υπάρξει παράλληλη αναβάθμιση της βασικής υποδομής», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Τονίζει, δε, ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει έλλειμμα ζήτησης, αλλά περιορισμούς στις υποδομές. «Η χώρα βρίσκεται σε ένα θετικό διεθνές momentum, αλλά η πραγματική πρόκληση είναι η ευθυγράμμιση της ταχύτητας ανάπτυξης του τουρισμού με την ταχύτητα αναβάθμισης των υποδομών.
Εάν αυτό επιτευχθεί, η ελληνική αγορά μπορεί να διατηρήσει υψηλή ανταγωνιστικότητα και να κεφαλαιοποιήσει την αυξημένη διεθνή προτίμηση με τρόπο βιώσιμο και προβλέψιμο. Εάν όχι, το σύστημα θα συνεχίσει να λειτουργεί με περιορισμούς που “φρενάρουν” την περαιτέρω ανάπτυξη και συμπιέζουν την αξία σε προορισμούς υψηλής ζήτησης», λέει.
Ο κρίσιμος ρόλος των υποδομών
Στην ανεπάρκεια των υποδομών αποδίδει, μάλιστα, και την ευρύτερη συζήτηση περί υπερτουρισμού, εξηγώντας πως «αυτό που παρατηρούμε σε αρκετούς προορισμούς δεν είναι υπερβολική ζήτηση, αλλά ανεπάρκεια υποδομών σε σχέση με τη ζήτηση που ήδη υπάρχει. Πρόκειται δηλαδή για ένα ζήτημα capacity mismatch, όχι για ένα φαινόμενο που προκύπτει από τα απόλυτα μεγέθη των επισκεπτών».
Τονίζει, μάλιστα, πως σε αρκετούς νησιωτικούς προορισμούς, οι υποδομές νερού, ενέργειας, αποβλήτων, τα οδικά δίκτυα και τα σημεία εισόδου λειτουργούν ήδη σε επίπεδα που αγγίζουν ή υπερβαίνουν τη φέρουσα ικανότητά τους. «Σε τέτοιες συνθήκες, οποιαδήποτε πρόσθετη αύξηση ζήτησης δημιουργεί operational stress, το οποίο συχνά ερμηνεύεται ως “υπερτουρισμός”, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για περιορισμούς στις υποδομές.
Η λύση δεν βρίσκεται στη μείωση της ζήτησης, αλλά στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης της ζήτησης και στην αναβάθμιση των υποδομών, ώστε οι προορισμοί να μπορούν να λειτουργούν σε ανώτερα επίπεδα ποιότητας και προβλεψιμότητας. Με στοχευμένο σχεδιασμό, επενδύσεις σε κρίσιμα δίκτυα και καλύτερη διαχείριση ροών, η Ελλάδα μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τη διεθνή της δυναμική χωρίς να δημιουργεί εσωτερικά σημεία συμφόρησης».
Και καταλήγει: «Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα “πάσχει” από υπερτουρισμό, αλλά αν οι προορισμοί διαθέτουν τις υποδομές και τα εργαλεία για να υποστηρίζουν τη ζήτηση που προσελκύουν. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας».
Ο όμιλος σήμερα έχει παρουσία στη Σαντορίνη (Vedema, Mystique, Istoria) στην Πάρο (Parilio, Cosme, Acron Villas) και στην Πελοπόννησο (Korona).