Λίγα χιλιόμετρα από τα βόρεια σύνορα της χώρας, στην Κομοτηνή, βρίσκεται το εργοστάσιο της Ζυθοποιίας Μακεδονίας-Θράκης. Εκεί, στις 13 Φεβρουαρίου του 1998, δύο χρόνια και δύο μήνες μετά την ίδρυσή της, στις 21 Δεκεμβρίου 1995, εξέδωσε το πρώτο τιμολόγιο της.
Σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, η εταιρεία αναμένει μια κρίσιμη δικαστική απόφαση χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, από δικαστήριο του Άμστερνταμ. Η υπόθεση αφορά αγωγή αποζημίωσης που έχει καταθέσει η ζυθοποιία, βασιζόμενη στην απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού του 2015, με την οποία διαπιστώθηκε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην ελληνική αγορά μπύρας από την Αθηναϊκή Ζυθοποιία.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κρις, διευθυντή επιχειρηματικής ανάπτυξης της Ζυθοποιίας Μακεδονίας-Θράκης, η υπόθεση θεωρείται κομβική, καθώς θα εφαρμοστεί το λεγόμενο private enforcement, δηλαδή η μετατροπή μιας απόφασης δημόσιας αρχής ανταγωνισμού σε αξίωση οικονομικής αποκατάστασης. Ανεξαρτήτως εφέσεων, η πρωτόδικη απόφαση αναμένεται, όπως σημειώνει, να δημιουργήσει δεδικασμένο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η διαδικασία που διαρκεί 10 χρόνια έχει κοστίσει πάνω από 10 εκατ. ευρώ στην εταιρεία, ποσό δυσανάλογο των 30 εκατ. ευρώ τζίρου που κάνει. Πάντως το ποσό που διεκδικεί είναι 195 εκατ. ευρώ και αυξάνεται καθημερινά. «Με τους τόκους, από την 1η Ιανουαρίου 2025, φτάνει ήδη τα 213 εκατ. ευρώ», αναφέρει.
Ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, επικεφαλής της εταιρείας και συνιδρυτής της, λέει:
«Εμείς έχουμε μάθει να πολεμάμε με ανταγωνισμό και μάλιστα με αθέμιτο ανταγωνισμό», λέει κατονομάζοντας τη Heineken. «Η αγορά στην Ελλάδα δεν έχει αλλάξει καθόλου. Αντίθετα, η κατάσταση επιδεινώνεται. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ελέγχει αυτή τη στιγμή, για δεύτερη φορά, τη συγκεκριμένη εταιρεία, κατόπιν δικής μας καταγγελίας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξετάζει την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης της εταιρείας στην ελληνική αγορά μπύρας από το 2014 έως σήμερα», λέει.
Για τον ίδιο, το ζήτημα σχετίζεται με το DNA. «Οι εταιρείες, όπως και οι άνθρωποι, έχουν DNA. Το δικό μας είναι διαφορετικό. Υπάρχουν εταιρείες που έχουν ροπή στην εγκληματικότητα, γιατί φρενάρουν την ανάπτυξη μιας χώρας και αυτό έχει οδυνηρά αποτελέσματα για την κοινωνία».
Η ιστορία, ωστόσο, ξεκινά πολύ πριν από τις αίθουσες των δικαστηρίων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα αδέλφια Πολιτόπουλου, που δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναζητούσαν τον κλάδο και τον τόπο μιας επένδυσης στην Ελλάδα. Ανέθεσαν σχετική μελέτη σε εταιρεία συμβούλων με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Οι επιλογές ήταν δύο, Χανιά ή Κομοτηνή. Τελικά, επελέγη η Θράκη. «Δεν υπήρχε ελληνική μπύρα», λέει ο κ. Πολιτόπουλος. Η απόφαση να επενδύσουν στη ζυθοποιία, όπως τη θυμάται σήμερα, ήταν ένας συνδυασμός πραγμάτων. «Ήμουν μικρός και άμυαλος», παραδέχεται. Πάντως δηλώνει πως: «Κάτω από εκείνες τις συνθήκες, θα το ξανάκανα». Και συμπληρώνει: «Σπάσαμε ένα μονοπώλιο. Βγάλαμε ελληνική μπύρα με ελληνικό όνομα, που μας εκπροσωπεί ως Έλληνες και ως προϊόν. Είναι μεγάλη τιμή για εμάς».
Η πορεία δεν ήταν γραμμική. Η εταιρεία ξεκίνησε από μηδενική παραγωγή και έφτασε τις 200.000 εκατόλιτρα σε βάθος 30 ετών, «υπό καταστροφικές συνθήκες», όπως λέει. Και σε αυτό το σημείο κάνει μια αναφορά στον νόμο του 2003, με τον οποίο η Ελλάδα εναρμονίστηκε με πανευρωπαϊκή οδηγία για την κατηγοριοποίηση της παραγωγής ζύθου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πλαίσιο αυτό επέτρεψε την ανάπτυξη των μικροζυθοποιιών που λειτουργούν σήμερα. Το πρόβλημα, όπως το περιγράφει, προέκυψε όταν η εταιρεία του βρέθηκε έτοιμη να περάσει το «σκαλοπάτι» των 200.000 εκατόλιτρων.
Το καλοκαίρι, όπως αναφέρει το υπουργείο Οικονομικών τροποποίησε το καθεστώς της φορολογικής μετάβασης, αφαιρώντας τη δυνατότητα προσωρινής προσαρμογής για έναν χρόνο. «Η μόνη εταιρεία που θα περνούσε αυτό τον πήχη (σ.σ. των 200.000 εκατόλιτρων) ήμασταν εμείς», σημειώνει. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης, όπως λέει, το γεγονός ότι η αρμοδιότητα μεταφέρθηκε από τον ΕΦΚ στην ΑΑΔΕ. «Μας είπαν ευθέως ότι ο νόμος πέρασε επειδή το ζήτησε η Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών. Και ποιος είναι η Ένωση; Η Heineken», αναφέρει.
Παράλληλα, επενδυτικά σχέδια της εταιρείας εγκρίθηκαν στον Αναπτυξιακό Νόμο, αλλά τελικά δεν χρηματοδοτήθηκαν λόγω εξάντλησης των κονδυλίων. «Εγκριθήκαμε και μείναμε εκτός. Εμείς, όμως, την επένδυση την κάναμε. Την πληρώσαμε και λειτουργεί κανονικά», λέει. Αντίστοιχα, σχέδια για το βυνοποιείο είτε απορρίφθηκαν ως «μη βιώσιμα» είτε εγκρίθηκαν, αλλά δεν προχώρησαν. «Εδώ ζούμε τον παραλογισμό», σχολιάζει.
Παρά τα εμπόδια, οι επενδύσεις της Ζυθοποιίας Μακεδονίας-Θράκης μόνο τα τελευταία τρία χρόνια ανήλθαν σε 20 εκατ. ευρώ. Η παραγωγική δυναμικότητα έχει αυξηθεί από 200.000 σε 700.000 εκατόλιτρα ετησίως. Το ερώτημα, είναι πότε θα αξιοποιηθεί αυτή η δυναμικότητα. «Μέχρι σήμερα, ακόμη κι αν παίρναμε την απόφαση, δεν μπορούσαμε. Τώρα έχουμε την ικανότητα πρέπει να πάρουμε την απόφαση. Το ζήτημα, όμως, παραμένει ο αθέμιτος ανταγωνισμός», επαναλαμβάνει.
Για τη διοίκηση της Ζυθοποιίας Μακεδονίας-Θράκης εξίσου σημαντικό είναι το craftwashing και η παραπλάνηση του καταναλωτή, φωτογραφίζοντας πολυεθνικούς παίκτες που έχουν επενδύσει εμμέσως σε ελληνόφωνα brands ή έχουν αναβιώσει εμμέσως ξεχασμένα brands. «Δεν είναι κακό να επενδύεις», λέει. «Είναι κακό να παραπλανάς».
Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα, το επενδυτικό πλάνο της ακριτικής ζυθοποιίας περιλαμβάνει την είσοδο στην αγορά επιτραπέζιου νερού με το brand Tuvunu, καθώς και τη δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινένιων κουτιών.