Στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας ως χονδρέμπορος υπηρεσιών, ενδιαφέρεται να μπει η ΔΕΗ, εξέλιξη που εφόσον πάρει σάρκα και οστά, θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα στο χώρο των telecoms που ελέγχεται σήμερα από Cosmote, Vodafone και Nova.
Το επιβεβαιώνει η κίνηση της θυγατρικής του ομίλου, της ΔΕΗ Fiber Grid, να συμμετάσχει στη διαβούλευση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΕΤ), που έληξε χθες, ενόψει του διαγωνισμού για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στις ζώνες των 900 MHz και 1.800 MHz.
Αν και η συμμετοχή της επιχείρησης στη διαβούλευση της ΕΕΕΤ, καταθέτοντας σχόλια και προτάσεις, δεν προεξοφλεί και την κάθοδο της στον διαγωνισμό για τις συχνότητες, εντούτοις δείχνει ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα έχει μπει για τα καλά στο “ραντάρ” της.
Και η παρουσία της σε μια συζήτηση που αποτελεί προάγγελο για την εκ νέου ανάθεση των δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων κινητής που λήγουν το 2027, έχει τη σημασία της, ειδικά ενόψει της επικείμενης αύξησης κεφαλαίου που θα χρηματοδοτήσει το νέο και μεγαλύτερο επενδυτικό πλάνο, ύψους 24 δισ ευρώ μέχρι το 2030.
Στο ερώτημα για το τι θα σήμαινε η απόφαση της ΔΕΗ Fiber Grid να συμμετάσχει στο διαγωνισμό και ακόμη περισσότερο το τι θα έφερνε τυχόν ανακήρυξή της σε πλειοδότη, η απάντηση είναι ότι θα μπορούσε να προσφέρει υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας στη χονδρική.
Αυτό με τη σειρά του θα σήμαινε ότι όποιος παίκτης βρίσκεται ήδη ή θέλει να μπει στη λιανική ως πάροχος κινητής τηλεφωνίας - πέραν των Cosmote, Vodafone και Nova που έχουν το δικό τους δίκτυο - θα μπορούσε να αγοράζει υπηρεσίες χονδρικής από τη ΔΕΗ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον όμιλο που όπως όλα δείχνουν έχει βάλει στόχο να μεγαλώσει σε πολλά επίπεδα.
Σε μια τέτοια περίπτωση θα καθετοποιούσε περαιτέρω τη παρουσία της στα telecoms, μπαίνοντας "σφήνα" σε ένα χώρο που ελέγχεται από τρεις παίκτες. Στο σενάριο αυτό, δίπλα στις υπηρεσίες λιανικής που παρέχει, όπως η σταθερή σύνδεση internet υψηλών ταχυτήτων μέχρι και 2,5 Gbps και αυτές που θα θέσει σε εφαρμογή εντός του έτους - τις υπηρεσίες φωνής (σταθερή τηλεφωνία) μέσω του δικτύου που αναπτύσσει - θα προστίθεντο και οι υπηρεσίες κινητής στη χονδρική, ενισχύοντας περαιτέρω τον ανταγωνισμό.
Η στόχευση προϋπήρχε από το 2020
Η στόχευση πάντως για την είσοδο του ομίλου στις υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας δεν είναι τωρινή. Υπήρχε ήδη από το 2020, όταν άρχιζε να ξεδιπλώνει τα πρώτα του βήματα για τη τοποθέτηση εναέριας οπτικής ίνας πάνω στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, προκειμένου αυτή να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερα σπίτια, επαγγελματίες και επιχειρήσεις, ακολουθώντας μια στρατηγική παρόμοια με εκείνη που έχει εφαρμοστεί χρόνια τώρα στην Ιταλία από την Enel. Απότερος στόχος ήταν οι οπτικές ίνες που θα τοποθετηθούν πάνω στα δίκτυα του ΔΕΔΔΗΕ να μπορέσουν να φιλοξενήσουν κάποια στιγμή και υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας 5G.
Στο δια ταύτα του σχεδιασμού της ΕΕΕΤ, οι συχνότητες που αφορά ο νέος διαγωνισμός καθώς τα υφιστάμενα δικαιώματα λήγουν το 2027, είναι συνολικά 70 MHz ζευγαρωμένου φάσματος, δηλαδή 2×35 MHz, στη ζώνη των 900 MHz και 40 MHz ζευγαρωμένου φάσματος, δηλαδή 2×20 MHz, στη ζώνη των 1800 MHz.
Η τιμή εκκίνησης για τη δημοπρασία έχει τεθεί συνολικά στα 224,86 εκατ. ευρώ για περίοδο 20 ετών και εφόσον μπει στο παιχνίδι και τέταρτος παίκτης, πέραν των ΟΤΕ, Vodafone και Nova, το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει μεγαλύτερη πλειοδοσία και αύξηση του τελικού τιμήματος.
Το 2ο μεγαλύτερο δίκτυο οπτικών ινών
Σήμερα η επιχείρηση διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο δίκτυο οπτικών ινών στην Ελλάδα, πίσω από αυτό του ΟΤΕ, καθώς το ΔΕΗ Fiber έχει περάσει από 1,7 εκατ. (homes passed). Είναι διαθέσιμο σε 41 περιοχές και σε περίπου 1 εκατ. νοικοκυριά και επαγγελματίες πανελλαδικά (ready for service) και ο στόχος είναι να φτάσει σε 3,8 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις έως το 2028 (το νέο στρατηγικό σχέδιο θα θέτει ακόμη ψηλότερα το πήχη).
Ο μεγαλύτερος τηλεπικοινωνιακός πάροχος είναι φυσικά ο ΟΤΕ, ο οποίος στα τέλη του 2025 είχε εγκαταστήσει κοντά στις 2,1 εκατ. συνδέσεις με στόχο να φτάσει τα 3,5 εκατομμύρια (2030), έπειτα και από την ανάληψη του συνόλου του μερικώς επιδοτούμενου έργου Ultra Fast Broadband (UFBB).
Από τη πλευρά της η ΔΕΗ έχει το πλεονέκτημα ότι η διαδικασία για τοποθέτηση εναέριας οπτικής ίνας είναι πολύ λιγότερο περίπλοκη και απαιτεί μικρότερο χρόνο και κόστος απ' ότι σε μια υπόγεια εγκατάσταση. Αξιοποιώντας την υπάρχουσα υποδομή και με μέσο κόστος ανά σύνδεση 160 ευρώ παρέχει στον καταναλωτή ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμή για πρόσβαση στο διαδίκτυο από σταθερή θέση.
Κρίνοντας από τα όσα είχε ανακοινώσει παλαιότερα η διοίκηση, στοχεύει σε επενδύσεις 420 εκατ ευρώ κατά την περίοδο 2026 – 2028, με στόχο 590.000 συνδεδεμένους πελάτες σε δύο χρόνια από σήμερα, με τα νούμερα να αφορούν το προηγούμενο επενδυτικό πλάνο ύψους 10,1 δισ ευρώ. Στο νέο, ύψους 24 δισ με ορίζοντα το 2030, προφανώς και οι επιδόσεις αυτές θα αναθεωρηθούν προς τα πάνω.