Η Nivea, με τη χαρακτηριστική μπλε συσκευασία, παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο εμπορικό σήμα της γερμανικής Beiersdorf, της οποίας η ελληνική θυγατρική πλησιάζει πλέον τα 50 εκατ. ευρώ σε ετήσιες πωλήσεις. Η Beiersdorf Hellas έκλεισε τη χρήση με κύκλο εργασιών 48,52 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 6,6%, και καθαρά κέρδη 1,79 εκατ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 23,5%.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η αύξηση του κύκλου εργασιών συνδέεται με την προϊοντική στρατηγική και τη βελτίωση του μείγματος προϊόντων και πελατών. Το μικτό περιθώριο κέρδους ανέβηκε στο 56,4%, από 55,7% το 2024, καθώς μειώθηκε το κόστος πωληθέντων σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Την ίδια περίοδο οι δαπάνες προβολής και διαφήμισης ανήλθαν σε 7,02 εκατ. ευρώ, σχεδόν αμετάβλητες από το 2024, απορροφώντας το 14,5% του κύκλου εργασιών.
Παράλληλα, το κόστος εμπορευμάτων και υλικών αυξήθηκε στα 21,69 εκατ. ευρώ, από 20,72 εκατ. ευρώ, οι δαπάνες προσωπικού στα 4,78 εκατ. ευρώ, από 4,55 εκατ. ευρώ, και τα λοιπά λειτουργικά έξοδα στα 14,56 εκατ. ευρώ, από 12,66 εκατ. ευρώ.
Αξιοσημείωτη είναι η αλλαγή στην πολιτική διανομών. Έπειτα από μέρισμα 4,6 εκατ. ευρώ το 2024, ποσό υπερτριπλάσιο των καθαρών κερδών εκείνης της χρήσης, το διοικητικό συμβούλιο πρότεινε να μη διανεμηθεί μέρισμα για το 2025.
Την ίδια στιγμή, τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν στα 6,64 εκατ. ευρώ, από 4,74 εκατ. ευρώ, και τα ίδια κεφάλαια στα 21,2 εκατ. ευρώ, από 19,42 εκατ. ευρώ. Οι συνολικές υποχρεώσεις περιορίστηκαν στα 11,69 εκατ. ευρώ, έναντι 13,13 εκατ. ευρώ, ενώ οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις προς συνδεδεμένες εταιρείες μειώθηκαν σε 828.000 ευρώ, από 1,58 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η Beiersdorf Hellas δεν έχει τραπεζικό δανεισμό και χρηματοδοτείται μόνο από τη μητρική Beiersdorf AG.
Η διοίκηση της εταιρείας δηλώνει αισιόδοξη, θέτοντας ως προτεραιότητες τη διατήρηση της κερδοφορίας, τον έλεγχο του λειτουργικού κόστους και την ταχύτερη είσπραξη των απαιτήσεων.