Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Οι τρεις «ταύροι» και το... καμπανάκι για το Χρηματιστήριο

Ξεκάθαρη ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική αγορά και για τη νέα χρονιά από UBS, Morgan Stanley και JP Morgan. Η HSBC εντοπίζει σημάδια κόπωσης. Ποια είναι τα επιχειρήματα.

Οι τρεις «ταύροι» και το... καμπανάκι για το Χρηματιστήριο

Καθώς μπαίνουμε στο 2026, το επενδυτικό αφήγημα για την Ελλάδα διαμορφώνεται από έναν ενδιαφέροντα συνδυασμό αισιοδοξίας και προειδοποιητικών σημείων. Τρεις διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, UBS, Morgan Stanley και JP Morgan, εκφράζουν ξεκάθαρη εμπιστοσύνη στην ελληνική αγορά, τοποθετώντας τη χώρα σε υψηλή θέση στις προτιμήσεις τους για τη νέα χρονιά.

Αντίθετα, ο τέταρτος μεγάλος διεθνής παίκτης η HSBC εντοπίζει σημεία κόπωσης και κινδύνους που αξίζουν προσοχής. Το αποτέλεσμα είναι μια ισορροπία ανοιχτών ευκαιριών και ρεαλιστικής προειδοποίησης, που αξίζει να διαβαστεί με προσοχή από επενδυτές, διαχειριστές κεφαλαίων και αναγνώστες της οικονομικής ειδησεογραφίας.

Η αγορά, ωστόσο, έχει ξεκινήσει με το δεξί και με απόδοση +5%, ενώ επιμέρους «δυνατά» χαρτιά όπως η Τράπεζα Πειραιώς σημειώνει άνοδο άνω του 15%, αλλά και η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank άνω του 10%.

Στην ετήσια έκθεσή της για το 2026, η UBS διαμορφώνει ένα γενικό πλαίσιο αισιοδοξίας για την ευρωπαϊκή αγορά, εκτιμώντας ότι μετά από χρόνια σχετικής στασιμότητας, τα εταιρικά κέρδη θα ενισχυθούν και οι δείκτες θα κινηθούν υψηλότερα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναδεικνύεται ως μία από τις δευτερεύουσες αγορές με ελκυστικό επενδυτικό προφίλ, χάρη σε τρεις βασικούς πυλώνες:

  • Χαμηλές αποτιμήσεις σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
  • Ισχυρή δημοσιονομική βάση και σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον.
  • Δυναμική στους τομείς τραπεζών και υποδομών, που προσελκύει διεθνές ενδιαφέρον.

Η UBS χαρακτηρίζει το 2026 ως χρονιά επιλεκτικών ευκαιριών, όπου οι επενδυτές μπορούν να επωφεληθούν από το συνδυασμό μεταρρυθμιστικής δυναμικής, ενεργειακής μετάβασης και τεχνολογικών τάσεων. Παρότι εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή αγορά πιθανότατα δεν θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε αποδόσεις, δίνει έμφαση στη θετική σχέση ρίσκου και ανταμοιβής που πλέον χαρακτηρίζει αγορές όπως η Ελλάδα.

Η UBS εντοπίζει στην ελληνική αγορά όχι απλώς μια αγορά ανάκαμψης, αλλά μια αγορά που διαθέτει περιθώρια επανατοποθέτησης επενδυτικού κεφαλαίου μετά από τα βήματα προόδου των τελευταίων ετών, με τους επενδυτές να «πληρώνουν» ακόμα χαμηλές αποτιμήσεις σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η Morgan Stanley τοποθετεί την ελληνική αγορά στο υψηλότατο επίπεδο των επιλογών της για το 2026 στην περιοχή EEMEA (Ευρώπη, Εγγύς Ανατολή, Αφρική). Σύμφωνα με το νέο country scorecard του οίκου, η Ελλάδα εμφανίζει εξαιρετικά χαρακτηριστικά που την καθιστούν έναν από τους πιο ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς, δίπλα σε χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ουγγαρία.

Κέντρο της εκτίμησης της Morgan Stanley είναι η διαρθρωτική αλλαγή στην ελληνική οικονομία:

  • Ταχύτερη ανάπτυξη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υποστηριζόμενη από την ιδιωτική κατανάλωση και την απορρόφηση κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης.
  • Λογικές αποτιμήσεις που εξακολουθούν να προσφέρουν περιθώρια re-rating, ειδικά καθώς οι αποτιμήσεις της αγοράς παραμένουν «εκπτωτικές» έναντι των ευρωπαϊκών.
  • Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Morgan Stanley στην ισχυρή δυναμική κερδών της ελληνικής αγοράς, με τις αναθεωρήσεις κερδών (earnings revisions ratio) να δείχνουν την Ελλάδα στην κορυφή της περιοχής. Σε αυτή τη δυναμική εντοπίζονται και οι ελληνικές τράπεζες, που εμφανίζουν υψηλά momentum scores και ισχυρά στοιχεία ποιότητας ισολογισμού.

Η τελική κατάταξη της Ελλάδας στο country scorecard της Morgan Stanley την τοποθετεί δεύτερη μεταξύ των 12 αγορών που εξετάζονται, πίσω μόνο από την Αίγυπτο, μια αξιολόγηση που υπογραμμίζει την εμπιστοσύνη του οίκου στην ελληνική επενδυτική ιστορία για το 2026.

Στην πιο πρόσφατη έκθεσή της, η JP Morgan εντάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις πρώτες επιλογές της στη γεωγραφική ζώνη CEEMEA για το 2026, διατηρώντας σύσταση overweight για την ελληνική αγορά. Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα υπογραμμίζει τον ελκυστικό χαρακτήρα του ελληνικού χρηματιστηρίου, βασιζόμενη σε παράγοντες που περιλαμβάνουν:
  • Ισχυρό momentum στις τράπεζες και στους στρατηγικούς κλάδους της αγοράς.
  • Σχετικά χαμηλές αποτιμήσεις που υποδηλώνουν ελκυστική σχέση κινδύνου και απόδοσης για μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις.
  • Η JP Morgan ενσωματώνει στην ανάλυσή της την προοπτική ότι η ελληνική αγορά θα αναβαθμιστεί και σε «αναπτυγμένη αγορά» στα διεθνή σύνορα.

Η θέση overweight δεν είναι τυπική «ουδέτερη» στάση· αντιθέτως, εκφράζει την πρόθεση του οίκου να επενδύσει σε μετοχές και τοποθετήσεις που εκτιμά ότι μπορούν να υπεραποδώσουν έναντι των peers της περιοχής. Η έμφαση στην JP Morgan είναι η συνέχιση της θετικής τάσης που δημιουργούν οι βελτιωμένοι δείκτες κερδοφορίας και οι δείκτες αποτιμήσεων.

Μέσα σε αυτό το θετικό επενδυτικό κλίμα, η HSBC εκπέμπει προειδοποίηση. Στην έκθεσή της GEMs Equity 2026 Outlook, ο βρετανικός οίκος υποβαθμίζει τη σύσταση για την Ελλάδα από neutral σε underweight, εκτιμώντας ότι η αγορά έχει ήδη «απορροφήσει» μεγάλο μέρος των θετικών καταλυτών μετά το εντυπωσιακό ράλι του 2025, όταν οι ελληνικές μετοχές ενισχύθηκαν κατά περίπου 75%.

Η HSBC θεωρεί ότι οι περισσότεροι από τους καθοριστικούς παράγοντες ανόδου, όπως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η δημοσιονομική εξυγίανση και η βελτίωση της μερισματικής απόδοσης, έχουν πλέον προεξοφληθεί στις αποτιμήσεις.

Παράλληλα, ο οίκος εκφράζει ανησυχία για τον τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσουν την αγορά οι μεταβάσεις στους διεθνείς δείκτες, ειδικά η αναμενόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας από τον FTSE Russell σε ανεπτυγμένη αγορά το Σεπτέμβριο του 2026. Αυτό μπορεί να προκαλέσει παθητικές εκροές κεφαλαίων άνω των 400 εκατ. δολαρίων και να μειώσει την επενδυτική προβολή πολλών ελληνικών μετοχών που δεν θα ενταχθούν σε δείκτες αναπτυγμένων αγορών.

Η HSBC περιγράφει επίσης τον κίνδυνο η Ελλάδα να βρεθεί σε μια «επενδυτική γκρίζα ζώνη» μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων αγορών, με αποτέλεσμα πολλές από τις ροές να αναπροσαρμοστούν σε άλλες περιοχές υψηλότερης ρευστότητας.

Η εικόνα που προκύπτει για την Ελλάδα ενόψει του 2026 δεν είναι μονοδιάστατη. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια αγορά που έχει διανύσει μεγάλη απόσταση, έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτικών οίκων και συνεχίζει να προσελκύει κεφάλαια, αλλά ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες της ίδιας της επιτυχίας της.

Οι UBS, Morgan Stanley και JP Morgan βλέπουν στην Ελλάδα μια αγορά με θεμελιώδη βελτίωση, ισχυρό αναπτυξιακό υπόβαθρο και ακόμη ελκυστικές αποτιμήσεις σε σύγκριση με την Ευρώπη. Δεν μιλούν πλέον για «story ανάκαμψης», αλλά για μια αγορά που μπορεί να σταθεί ισότιμα στον διεθνή επενδυτικό χάρτη, ιδίως στους κλάδους των τραπεζών, των υποδομών και της ενέργειας. Η δυναμική των κερδών, η σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και η καλύτερη ποιότητα ισολογισμών λειτουργούν ως σταθεροί άξονες αυτού του αφηγήματος.

Την ίδια στιγμή, η στάση της HSBC λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι αγορές δεν κινούνται γραμμικά. Μετά από μια χρονιά εντυπωσιακών αποδόσεων, οι αποτιμήσεις έχουν ανέβει, αρκετοί καταλύτες έχουν ήδη προεξοφληθεί και οι τεχνικοί παράγοντες, όπως οι αλλαγές στους διεθνείς δείκτες, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Το «καμπανάκι» δεν αφορά τόσο τα θεμελιώδη μεγέθη της χώρας, όσο τον κίνδυνο χρονισμού και την πιθανότητα βραχυπρόθεσμων πιέσεων από τη μετακίνηση κεφαλαίων.

Για τον επενδυτή του 2026, το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα έχει εδραιώσει τη θέση της ως σοβαρός επενδυτικός προορισμός, με διαρθρωτικές βελτιώσεις που δύσκολα αγνοούνται. Από την άλλη, η μετάβαση σε μια νέα «κανονικότητα» απαιτεί μεγαλύτερη επιλεκτικότητα, καλύτερη κατανόηση των ροών και λιγότερη ανοχή στον αυτοματισμό του παρελθόντος. Τρεις ψήφοι εμπιστοσύνης, λοιπόν, αλλά και ένα καμπανάκι. Όχι για να αμφισβητηθεί η πορεία της ελληνικής αγοράς, αλλά για να θυμίσει ότι όσο πιο ψηλά ανεβαίνει μια αγορά, τόσο πιο απαιτητικό γίνεται το επόμενο βήμα. 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο