Δεν αλλάζουν τη «μεγάλη εικόνα» για το πολιτικό τοπίο οι δύο νέες δημοσκοπήσεις που είδαν χθες το φως της δημοσιότητας (της Alco για το Flash.gr και της Marc για τον ANT1), ωστόσο, πίσω από την πρόθεση ψήφου και την άνετη πρωτιά της ΝΔ, τα ευρήματα φωτίζουν τις πραγματικές προκλήσεις για το κυβερνητικό στρατόπεδο με φόντο τις προσεχείς εθνικές εκλογές.
Το πρώτο και σημαντικότερο στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι η επανασυσπείρωση της εκλογικής του βάσης. Η γαλάζια συσπείρωση καταγράφεται μόλις στο 58%, ενώ τη δική του σημασία έχει το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους που είχαν επιλέξει τη ΝΔ το 2023 (24%) δηλώνει σήμερα αναποφάσιστος και ακόμη ένα 3% προσανατολίζεται στην αποχή.
Πρόκειται για τη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», στην οποία το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει πολιτικά, βλέποντας θετικά ότι οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι δεν έχουν μετακινηθεί σε άλλο κόμμα, άρα είναι πιο εύκολο να επαναπροσεγγιστούν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στην ανάγκη σταθερότητας στη χώρα. Δεν είναι τυχαίο ότι το 28% των πολιτών θεωρεί πως το βασικό εκλογικό διακύβευμα είναι η επιλογή μεταξύ σταθερότητας και ακυβερνησίας, ένα αφήγημα που το Μέγαρο Μαξίμου σκοπεύει να αναδείξει ακόμη πιο έντονα όσο θα πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση.
Την ίδια στιγμή, τα ποιοτικά στοιχεία των ερευνών υπενθυμίζουν ότι η καθημερινότητα θα συνεχίσει να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας. Η ακρίβεια παραμένει με διαφορά το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα για τους πολίτες, καθώς το 45% (Alco) και το 73,8% (Marc) την αναδεικνύουν ως τη βασική ανησυχία. Είναι το πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση γνωρίζει ότι θα κριθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τους επόμενους μήνες.
Ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ
Παράλληλα, θετικά εισπράττει το κυβερνητικό επιτελείο το γεγονός ότι το 35,2% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά το έργο της κυβέρνησης, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι επίσης θετικά το αποτιμά και σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ (31%). Πρόκειται για ένα κοινό στο οποίο η ΝΔ απευθύνεται, επιχειρώντας να ενισχύσει την επιρροή της στον χώρο του πολιτικού κέντρου.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η πολιτική μάχη μέχρι το 2027 θα δομηθεί πάνω στην αξιοπιστία και στην αποτελεσματικότητα. Αρμόδιες πηγές συνδέουν τη σύγκρουση με το «βαθύ κράτος», αλλά και τις μεταρρυθμίσεις που προωθούνται, με τη στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη για μια τρίτη θητεία, συνοψίζοντάς την στο σύνθημα «το είπαμε, το κάνουμε».
«Η αξιοπιστία μας κρίνεται από όσα υποσχεθήκαμε και όσα υλοποιήσαμε», είναι το μήνυμα που εκπέμπει σταθερά ο πρωθυπουργός, επιδιώκοντας να μετατρέψει το κυβερνητικό έργο σε βασικό εκλογικό επιχείρημα.
Την ίδια ώρα, το μήνυμα προς τους υπουργούς, όπως αναδείχθηκε και στη χθεσινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, είναι σαφές: τα προβλήματα της κοινωνίας δεν μπορούν να περιμένουν και η απάντηση στην αντιπολίτευση πρέπει να δίνεται μέσα από τις πολιτικές και τα αποτελέσματα.
Υπό αυτό το πρίμα, όπως λένε, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι δημοσκοπικές επιδόσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά η δυνατότητα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις πιέσεις των νοικοκυριών, με πρώτη την ακρίβεια.
Σε αυτό το μήκος κύματος κινούνται και οι δημόσιες παρεμβάσεις υπουργών. Ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, υπογραμμίζει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν προεξοφλούν το εκλογικό αποτέλεσμα, εκτιμώντας ότι οι πολίτες θα αποφασίσουν με βάση τα πραγματικά διλήμματα και τις συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης, όπου η ΝΔ φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως η πιο σταθερή επιλογή για την Ελλάδα του 2030.
Αντίστοιχα, ο υπουργός Ναυτιλίας, Βασίλης Κικίλιας χαρακτηρίζει εφικτό τον στόχο της αυτοδυναμίας, υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει με «το πόδι στο γκάζι», δίνοντας απαντήσεις στα προβλήματα της κοινωνίας και κυρίως στην ακρίβεια.