Καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ - Ιράν εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα, πηγές από τον Περσικό Κόλπο και διπλωμάτες της Δύσης και του αραβικού κόσμου, μιλώντας στο Reuters, περιγράφουν ένα κλίμα αυξανόμενης ανησυχίας αλλά και στρατηγικής πίεσης προς την Ουάσιγκτον.
Αν και οι χώρες της περιοχής δεν ζητούν ανοιχτά πόλεμο, επιθυμούν να διασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα διατηρήσει τη δυνατότητα να απειλεί τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία του πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική πλευρά φέρεται να πιέζει τους συμμάχους της στον Κόλπο να συμμετάσχουν ενεργότερα στη σύγκρουση, επιδιώκοντας ευρύτερη περιφερειακή στήριξη. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να ενισχύσει τη διεθνή νομιμοποίηση της στρατιωτικής εκστρατείας, αλλά και την εσωτερική πολιτική στήριξη.
Ο Abdulaziz Sager, επικεφαλής του Gulf Research Center, αποτυπώνει τη μεταστροφή της στάσης στον Κόλπο: «Υπάρχει ευρεία αίσθηση ότι το Ιράν έχει ξεπεράσει κάθε κόκκινη γραμμή. Αρχικά αντιτασσόμασταν στον πόλεμο, αλλά όταν άρχισε να μας πλήττει άμεσα, έγινε εχθρός».
Οι επιθέσεις της Τεχεράνης με πυραύλους και drones σε αεροδρόμια, λιμάνια και ενεργειακές υποδομές στις έξι χώρες του Κόλπου, καθώς και η παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ -μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου- έχουν εντείνει τους φόβους για μακροχρόνια αστάθεια.
Η εμπειρία προηγούμενων επιθέσεων, όπως το πλήγμα του 2019 στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας, ενισχύει την πεποίθηση ότι η διατήρηση στρατιωτικών δυνατοτήτων από το Ιράν ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Για πολλούς ηγέτες της περιοχής, η αδράνεια θεωρείται πλέον μεγαλύτερος κίνδυνος από την ανάληψη δράσης.
Ωστόσο, ο φόβος γενικευμένης σύρραξης παραμένει έντονος. Παρά τις πιέσεις, καμία χώρα του Κόλπου δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αναλάβει μονομερή στρατιωτική δράση, ενώ η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των μελών του Gulf Cooperation Council αποτυπώνει τις εσωτερικές επιφυλάξεις.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η μόνη χώρα που απάντησε επίσημα, τόνισε ότι δεν επιδιώκει κλιμάκωση, διατηρώντας ωστόσο το δικαίωμα υπεράσπισης της κυριαρχίας της. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ ανέφερε ότι οι σύμμαχοι «εντείνουν τη συνεισφορά τους», χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.
Σύμφωνα με τον αναλυτή Fawaz Gerges του London School of Economics, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα στρατηγικό δίλημμα: να ισορροπήσουν ανάμεσα στην άμεση απειλή από το Ιράν και στον κίνδυνο εμπλοκής σε έναν ευρύτερο πόλεμο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Η επιρροή της Τεχεράνης είναι ήδη εμφανής, καθώς φέρεται να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, μια εξέλιξη που καμία χώρα της περιοχής δεν θεωρεί αποδεκτή. Ο Bernard Haykel του Princeton University προειδοποιεί ότι αν δεν αντιμετωπιστεί, η απειλή αυτή θα αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε στη συγκρότηση διεθνούς συμμαχίας για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας, χωρίς μέχρι στιγμής ουσιαστική ανταπόκριση. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από την ενέργεια του Κόλπου -ιδίως ασιατικές οικονομίες όπως η Κίνα και η Ιαπωνία- καθιστά το ζήτημα διεθνές, αυξάνοντας την πίεση για συλλογική δράση.