Η Euronext εξετάζει αλλαγές στο σχεδιαζόμενο μοντέλο αναμόρφωσης των χρεώσεων για τα χρηματιστηριακά δεδομένα, μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι αυξήσεις στο κόστος πρόσβασης σε κρίσιμες πληροφορίες συναλλαγών για ορισμένους συμμετέχοντες στις αγορές.
Οπως μεταδίδει το Bloomberg, το σχέδιο του διαχειριστή χρηματιστηρίων για την αναθεώρηση της τιμολογιακής πολιτικής, προκειμένου να συμμορφωθεί με τη νέα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από παράγοντες της αγοράς, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για πιθανές ανισότητες στις χρεώσεις και υψηλότερο κόστος, κυρίως για εναλλακτικές πλατφόρμες συναλλαγών που ανταγωνίζονται τη Euronext.
Η εταιρεία βρίσκεται σε συζητήσεις με τους πελάτες της σχετικά με τις νέες τιμές, οι οποίες προγραμματίζεται να τεθούν σε ισχύ τον Οκτώβριο, ενώ «δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα αναθεωρήσει ή όχι τις χρεώσεις της», σύμφωνα με εκπρόσωπό της.
Σε επιστολή που περιήλθε στην κατοχή του Bloomberg, η Ένωση Χρηματοπιστωτικών Αγορών στην Ευρώπη εξέφρασε ανησυχίες για τις μεγάλες αποκλίσεις στις χρεώσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών πελατών, υποστηρίζοντας ότι οι εναλλακτικές πλατφόρμες συναλλαγών και οι λεγόμενοι «συστηματικοί εσωτερικοποιητές» (Systematic Internaliser) -που εκτελούν εντολές πελατών μέσω των δικών τους βιβλίων- αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις.
Η Euronext υποστηρίζει πάντως ότι, αν και το νέο μοντέλο θα αυξήσει το κόστος για ορισμένους πελάτες και θα το μειώσει για άλλους, παραμένει ουδέτερο ως προς τα συνολικά έσοδα της εταιρείας και δεν στοχεύει σε βάρος κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας πελατών.
Η αναθεώρηση των χρεώσεων προέκυψε μετά τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία που επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια και ευκολότερη πρόσβαση στα δεδομένα της αγοράς, οδηγώντας τους παρόχους δεδομένων σε όλη την Ευρώπη να επανασχεδιάσουν τα μοντέλα τιμολόγησής τους.
Το κόστος των δεδομένων που χρησιμοποιούν καθημερινά οι επαγγελματίες των αγορών -όπως οι τιμές μετοχών και ομολόγων -αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ χρηματιστηρίων και πελατών τους, με τους νέους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να οξύνουν ακόμη περισσότερο τη σύγκρουση.