Η Γερμανία και η Ισπανία ηγούνται των αντιδράσεων απέναντι στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απαγορεύσει Κινέζους προμηθευτές τεχνολογίας από τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, στο πλαίσιο νέων κανόνων κυβερνοασφάλειας, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις.
Οπως μεταδίδει το Bloomberg, αξιωματούχοι των δύο χωρών επιθυμούν να διατηρηθεί ο έλεγχος των αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο και εκφράζουν ανησυχίες ότι μια πανευρωπαϊκή απαγόρευση προϊόντων της Huawei και άλλων κινεζικών εταιρειών θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά το κόστος των σχεδίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει τη Huawei και τη ΖΤΕ ως «προμηθευτές υψηλού κινδύνου» για τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και έχει καλέσει τα κράτη-μέλη να αποκλείσουν τις δύο εταιρείες από τις υποδομές συνδεσιμότητας.
Παρότι οι αποφάσεις για τις υποδομές λαμβάνονται από τις εθνικές κυβερνήσεις, οι Βρυξέλλες πιέζουν για αυστηρότερη εποπτεία μέσω αναθεώρησης του Νόμου για την Κυβερνοασφάλεια, η οποία θα καθιστά δεσμευτικές τις συστάσεις της Επιτροπής σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται στη μέση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα οικονομικά οφέλη των εμπορικών σχέσεων με το Πεκίνο και στην ανάγκη προστασίας κρίσιμων υποδομών.
Τα τελευταία χρόνια, βουλευτές και ειδικοί ασφαλείας σε Ευρώπη και ΗΠΑ εκφράζουν φόβους ότι κινεζικές εταιρείες θα μπορούσαν να ενσωματώσουν «κερκόπορτες» στον εξοπλισμό τους, επιτρέποντας μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα Ευρωπαίων πολιτών. Τόσο η Huawei όσο και η ΖΤΕ απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς.
Εκπρόσωπος της Huawei δήλωσε ότι μια πρόταση αποκλεισμού Κινέζων προμηθευτών βάσει της χώρας προέλευσής τους «παραβιάζει τις βασικές νομικές Αρχές Δικαιοσύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας θα χρειαστεί να δαπανήσουν από 3,4 έως 4,3 δισ. ευρώ μέσα σε τρία χρόνια για να αντικαταστήσουν τον κινεζικό εξοπλισμό.