CNBC: Μπορεί τελικά η Ευρώπη να παραδώσει όπλα;

Οι αμυντικές δαπάνες εκτοξεύονται, αλλά η παραγωγική ικανότητα δοκιμάζεται. Ελλείψεις προσωπικού, προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και καθυστερήσεις απειλούν να φρενάρουν τον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό.

CNBC: Μπορεί τελικά η Ευρώπη να παραδώσει όπλα;

Μετά από χρόνια αύξησης των στρατιωτικών προϋπολογισμών, έκτακτων δαπανών για την Ουκρανία και ενίσχυσης των αμυντικών αποθεμάτων, η Ευρώπη καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει τις πολιτικές δεσμεύσεις και τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, εργοστάσια, εξοπλισμό και παραδόσεις όπλων.

Το ερώτημα για τους επενδυτές δεν αφορά πλέον τη ζήτηση για αμυντικά προϊόντα ή τις κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά κατά πόσο οι αποτιμήσεις των αμυντικών εταιρειών έχουν ξεπεράσει την ικανότητα του κλάδου να υλοποιήσει όσα υπόσχεται.

Στο επίκεντρο η σύνοδος του ΝΑΤΟ

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ την επόμενη εβδομάδα στην Άγκυρα, όπου οι ηγέτες της Συμμαχίας θα αξιολογήσουν την πρόοδο που έχει σημειωθεί μετά τις περσινές αποφάσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών και θα εξετάσουν τον οδικό χάρτη για την επίτευξη των νέων στόχων.

Ωστόσο, η μετάβαση από τους αυξημένους προϋπολογισμούς στην πραγματική παραγωγή όπλων αποδεικνύεται πιο δύσκολη από ό,τι αναμενόταν. Καθυστερήσεις στις προμήθειες, κατακερματισμένα εθνικά προγράμματα, ελλείψεις εργατικού δυναμικού και πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν αμφιβολίες για το πόσο γρήγορα μπορεί να ανασυγκροτηθεί η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία μετά από δεκαετίες περιορισμένων επενδύσεων.

Η πίεση αυξάνεται και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η ανησυχία ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην αμερικανική προστασία εντάθηκε περαιτέρω όταν ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ανακοίνωσε αναθεώρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και προειδοποίησε ότι οι σύμμαχοι που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με συνέπειες.

Ράλι για τις αμυντικές μετοχές

Η μεταβολή του γεωπολιτικού περιβάλλοντος έχει ήδη μεταφραστεί σε σημαντική άνοδο για τις ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες. Όμιλοι όπως η Rheinmetall, η BAE Systems, η Leonardo, η Thales και η Saab έχουν δει τις παραγγελίες τους να αυξάνονται σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της διεθνής εταιρείας συμβούλων επιχειρήσεων, McKinsey, οι βασικές αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ έχουν διπλασιαστεί από το 2019 και ενδέχεται να φθάσουν τα 800 δισ. ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας, εφόσον εφαρμοστούν οι νέοι στόχοι για δαπάνες ίσες με το 3,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, σημαντικά κεφάλαια κατευθύνονται και σε νεοφυείς επιχειρήσεις αμυντικής τεχνολογίας, με έμφαση στα drones και τα αυτόνομα συστήματα.

Οι πρώτες ρωγμές

Παρά το θετικό κλίμα, δεν λείπουν τα προβλήματα. Η Γερμανία ακύρωσε πρόσφατα το πρόγραμμα φρεγατών F126 αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ λόγω καθυστερήσεων και αυξημένου κόστους, επιλέγοντας τελικά την αγορά οκτώ μικρότερων φρεγατών από την ThyssenKrupp Marine Systems. Ωστόσο, ο αμυντικός προϋπολογισμός της Γερμανίας εξακολουθεί να αυξάνεται ραγδαία.

Η εξέλιξη προκάλεσε πιέσεις στη μετοχή της Rheinmetall, η οποία αναμενόταν να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο αρχικό πρόγραμμα.

Αναλυτές της JP Morgan επισήμαναν ότι το περιστατικό υπενθυμίζει πως οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν προτεραιότητες ακόμη και σε περιόδους αυξημένων αμυντικών δαπανών.

Τι εμποδίζει την προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης

Σύμφωνα με τη McKinsey, τα αποθέματα στρατιωτικού εξοπλισμού στις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2021, καθώς μεγάλα τμήματα του υλικού έχουν σταλεί στην Ουκρανία, ενώ οι χρόνοι παράδοσης νέων συστημάτων παραμένουν ιδιαίτερα μεγάλοι.

Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι ο κατακερματισμός των αμυντικών πλατφορμών στην Ευρώπη είναι περίπου τέσσερις φορές υψηλότερος από ό,τι στις ΗΠΑ, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την παραγωγικότητα, τη διαλειτουργικότητα και την οικονομία κλίμακας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στο εργατικό δυναμικό και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Πολλοί προμηθευτές είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις με περιορισμένη δυνατότητα επέκτασης, δημιουργώντας σημεία συμφόρησης στην παραγωγική διαδικασία.

Η εξάρτηση από τις ΗΠΑ παραμένει

Παρά την αύξηση των αμυντικών δαπανών, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για μαχητικά αεροσκάφη, συστήματα αεράμυνας, όπλα ακριβείας, ηλεκτρονικά συστήματα, λογισμικό και κρίσιμες δυνατότητες πληροφοριών και διοίκησης.

Σύμφωνα με τη McKinsey, περίπου το 50% των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών κατευθύνεται σήμερα σε ευρωπαϊκές εταιρείες, ενώ το υπόλοιπο διοχετεύεται σε προμηθευτές από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τη Νότια Κορέα.

Αναλυτές εκτιμούν ότι τα επόμενα χρόνια περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα επιχειρήσουν να κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων σε εγχώριες βιομηχανίες, επιδιώκοντας όχι μόνο μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία αλλά και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης.

Το παράδειγμα της Airbus

Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής αναπτυξιακής τράπεζας KfW, Στέφαν Βίντελς, υποστήριξε ότι η κοινή ιδιοκτησία της κατασκευάστριας αρμάτων μάχης KNDS από τη Γαλλία και τη Γερμανία θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο βαθύτερης ευρωπαϊκής συνεργασίας.

«Η Γαλλία και η Γερμανία συμφώνησαν να γίνουν ισότιμοι μέτοχοι με ποσοστό 40% στον κατασκευαστή Leopard 2, ενόψει της σχεδιαζόμενης εισαγωγής στο χρηματιστήριο του Παρισιού και της Φρανκφούρτης», είπε ο Βίντελς.

Στόχος, όπως ανέφερε, είναι να δημιουργηθεί ένας αμυντικός όμιλος που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια μικρότερη εκδοχή της Airbus, αποδεικνύοντας ότι η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει παγκόσμιους πρωταθλητές στον αμυντικό τομέα.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η Airbus χρειάστηκε δεκαετίες για να φτάσει στο σημερινό της μέγεθος, ενώ οι γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη δεν της αφήνουν την πολυτέλεια του χρόνου.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο