Αρκετοί από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων και πρόσωπα που διατηρούν στενές σχέσεις με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, έχουν μεταφέρει δισεκατομμύρια δολάρια εκτός χώρας τον τελευταίο χρόνο, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την πορεία της οικονομίας και τη δημοσιονομική κατάσταση της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, οι φόβοι για πιθανές κρατικές κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων και οι αυξανόμενες πιέσεις στις επιχειρήσεις έχουν οδηγήσει αρκετούς Ρώσους δισεκατομμυριούχους στην αναζήτηση ασφαλέστερων επενδυτικών καταφυγίων στο εξωτερικό.
Πηγές με γνώση των κινήσεων μεγάλων επιχειρηματιών αναφέρουν ότι τους τελευταίους μήνες έχει επιταχυνθεί η μεταφορά κεφαλαίων προς κρυπτονομίσματα, χρυσό, ακίνητα και ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, κυρίως στον Κόλπο.
Αυξάνονται οι φόβοι για κρατικές παρεμβάσεις
Μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, οι δυτικές κυρώσεις υποχρέωσαν πολλούς Ρώσους μεγιστάνες να επαναφέρουν κεφάλαια και εταιρικές δομές στη Ρωσία. Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν διαφορετικό κίνδυνο: την αυξανόμενη κρατική παρέμβαση.
Από το 2024 οι ρωσικές αρχές έχουν προχωρήσει σε σειρά υψηλού προφίλ κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων, στοχεύοντας ακόμη και επιχειρηματίες που διατηρούσαν δεσμούς με τη Δύση ή κατείχαν διπλή υπηκοότητα.
Παράλληλα, η επιβράδυνση της ρωσικής οικονομίας από το 2025 έχει περιορίσει τα περιθώρια κερδοφορίας και ανάπτυξης των επιχειρηματικών ομίλων.
Δεκάδες δισεκατομμύρια εγκαταλείπουν τη Ρωσία
Παρότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί το ακριβές μέγεθος των ανεπίσημων εκροών κεφαλαίων, ιδιαίτερα μέσω αδιαφανών συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα που δεν εμφανίζονται στα επίσημα στοιχεία, δύο πρόσωπα που γνωρίζουν τις επενδυτικές αποφάσεις Ρώσων δισεκατομμυριούχων εκτιμούν ότι τα κεφάλαια που έχουν εγκαταλείψει τη Ρωσία φέτος εκτός των επίσημων στατιστικών ανέρχονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, υψηλότερα από πέρυσι.
Οι ίδιοι αποδίδουν την αύξηση των εκροών στους φόβους για κατασχέσεις και στην οικονομική αβεβαιότητα.
Παρά τις δυσκολίες που δημιουργούν ο πόλεμος και οι κυρώσεις, πολλοί εύποροι Ρώσοι συνεχίζουν να αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες εκτός συνόρων. Η φυγή κεφαλαίων παραμένει άλλωστε διαχρονικό χαρακτηριστικό της ρωσικής οικονομίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, περίπου 250 δισ. δολάρια εγκατέλειψαν τη χώρα μόνο κατά τον πρώτο χρόνο της σύγκρουσης.
Η ανάγκη χρηματοδότησης του πολέμου
Ο Πούτιν αναζητά νέους τρόπους αύξησης των κρατικών εσόδων, καθώς έχει δεχθεί προειδοποιήσεις από οικονομικούς αξιωματούχους ότι οι δαπάνες για τον πόλεμο στην Ουκρανία ακολουθούν μια πορεία που δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.
Στόχος του είναι να προστατεύσει τις αμυντικές δαπάνες περιορίζοντας άλλες κατηγορίες κρατικών δαπανών. Την ώρα που μεγάλο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, η περιουσία των Ρώσων δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε τον τελευταίο χρόνο, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις να συμβάλουν περισσότερο στα δημόσια βάρη.
Ανησυχία προκάλεσε σε ορισμένους επιχειρηματίες και μια κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση με τον Πούτιν τον Μάρτιο, κατά την οποία ο δισεκατομμυριούχος Σουλεϊμάν Κερίμοφ πρότεινε όσοι συμμετείχαν να καταβάλουν σημαντικά ποσά στο κράτος ως αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν οι επιχειρήσεις τους τη δεκαετία του 1990. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Ρώσος πρόεδρος υποδέχθηκε θετικά την ιδέα.
Μετά τη συνάντηση, ο Πεσκόφ διέψευσε ότι ο Πούτιν ζήτησε οικονομική συνεισφορά από τους επιχειρηματίες, αφού ο Κερίμοφ προσφέρθηκε να διαθέσει σημαντικό ποσό στο κράτος.
Ντουμπάι, Κύπρος και νέοι επενδυτικοί προορισμοί
Ένας επιχειρηματίας παραδέχθηκε ότι μεταφέρει χρήματα σε χώρες όπως η Κύπρος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, λόγω των ανησυχιών για την αυξανόμενη πίεση του κράτους προς τους ολιγάρχες.
Άλλοι δύο επιχειρηματίες δήλωσαν ότι επενδύουν στα ΗΑΕ, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, ενώ ένας ακόμη ανέφερε ότι έχει ξεκινήσει επενδύσεις στην Αφρική.
Σύμφωνα με πρόσωπο που διαχειρίζεται οικονομικές υποθέσεις εύπορων Ρώσων, από το 2024 έχει αυξηθεί αισθητά το ενδιαφέρον για μεταφορά κεφαλαίων εκτός Ρωσίας.
Κατασχέσεις περιουσιών και φόβοι για τις τράπεζες
Ο γενικός εισαγγελέας της Ρωσίας Αλεξάντερ Γκουτσάν δήλωσε τον Μάρτιο ότι το κράτος ανέκτησε την προηγούμενη χρονιά περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 4 τρισ. ρουβλίων (51,5 δισ. δολάρια).
Μεταξύ των επιχειρηματιών που έχασαν περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται ο Βαντίμ Μοσκόβιτς, ιδρυτής της Ros Agro, ενός από τους μεγαλύτερους αγροτικούς ομίλους της Ρωσίας, ο Κονσταντίν Στρουκόφ, που ήλεγχε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης χρυσού της χώρας, καθώς και ο Ντμίτρι Καμένστσικ, ο οποίος έχασε τον έλεγχο του αεροδρομίου Ντομοντέντοβο της Μόσχας.
Παράλληλα, η αγορά ακινήτων στο Ντουμπάι συνεχίζει να προσελκύει Ρώσους επενδυτές υψηλού εισοδήματος, ενώ αυξάνονται και οι αγορές ακινήτων στην Τουρκία και το Μονακό.
Κρυπτονομίσματα και παρακάμψεις των κυρώσεων
Οι μέθοδοι μεταφοράς πλούτου στο εξωτερικό εξελίσσονται συνεχώς, καθώς οι Ρώσοι αναζητούν τρόπους να παρακάμψουν τόσο τις δυτικές κυρώσεις όσο και την αυξημένη προσοχή των ρωσικών αρχών.
Το Ντουμπάι έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο κρυπτονομισμάτων, διευκολύνοντας τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ διαφορετικών δικαιοδοσιών. Παράλληλα, έχουν αναπτυχθεί ανεπίσημα δίκτυα σε χώρες όπως η Αρμενία, το Καζακστάν και η Κιργιζία, όπου δραστηριοποιείται το stablecoin A7A5.
Το συγκεκριμένο ψηφιακό νόμισμα αναπτύχθηκε από την εταιρεία διασυνοριακών πληρωμών A7, η οποία ανήκει στον καταζητούμενο Μολδαβό τραπεζίτη Ίλαν Σορ και στη ρωσική κρατική τράπεζα Promsvyazbank, η οποία βρίσκεται υπό αυστηρές δυτικές κυρώσεις.
Η εταιρεία αναφέρει ότι μπορεί να πραγματοποιεί πληρωμές αυθημερόν προς οποιαδήποτε χώρα. Σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο RBC, ο αναπληρωτής πρόεδρος της Promsvyazbank, Μιχαήλ Ντοροφέεφ, δήλωσε τον Σεπτέμβριο ότι η A7 επεξεργάστηκε συναλλαγές ύψους 7,5 τρισ. ρουβλίων (περίπου 96 δισ. δολάρια) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Την ίδια στιγμή, οι ανησυχίες για την κατάσταση του ρωσικού τραπεζικού συστήματος αυξάνονται από το περασμένο καλοκαίρι, όταν τραπεζικοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν για το υψηλό επίπεδο χρέους στους ισολογισμούς των τραπεζών και για προοπτικές πιο δυσμενείς από όσες αναγνωρίζονται δημοσίως.
Τον Μάιο, το φιλοκυβερνητικό Κέντρο Μακροοικονομικής Ανάλυσης και Βραχυπρόθεσμων Προβλέψεων προειδοποίησε ότι διακρίνει ενδείξεις μιας επερχόμενης συστημικής τραπεζικής κρίσης.