Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ο Ινφαντίνο και το δομικό πρόβλημα της FIFA

Οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες της FIFA πρέπει να διαχωριστούν από τις εμπορικές της δραστηριότητες, γράφει ο πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Διακυβέρνησης.

Ο Ινφαντίνο και το δομικό πρόβλημα της FIFA
Τζιάνι Ινφαντίνο, πρόεδρος της FIFA

Η FIFA, ο ιδιωτικός οργανισμός που διοικεί το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους θεσμούς στον κόσμο, ασκώντας τεράστια επιρροή ενώ ταυτόχρονα υπόκειται σε αξιοσημείωτα περιορισμένο έλεγχο, γράφει σε άρθρο του στους Financial Times o Miguel Maduro, πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Διακυβέρνησης και Επανεξέτασης της FIFA και σήμερα κοσμήτορας στη Catolica Global School of Law.

Οπως εξηγεί, οι τελευταίες αντιπαραθέσεις που τη συγκλονίζουν δεν αποτελούν μεμονωμένα ολισθήματα. Είναι απλώς τα πιο πρόσφατα συμπτώματα ενός μοντέλου διακυβέρνησης που έχει φτάσει στα όριά του.

Πολλοί παρατηρητές ελπίζουν τώρα ότι η κατακραυγή για το σχέδιο του προέδρου της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, το οποίο τελικά εγκαταλείφθηκε και προέβλεπε την απόσχιση μιας εμπορικής οντότητας αξίας 20 δισ. δολαρίων από τον ελβετικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό, θα οδηγήσει σε αλλαγές.

Έχουμε ξαναδεί τέτοιες ελπίδες — για παράδειγμα, μετά τα σκάνδαλα διαφθοράς που ξέσπασαν το 2015 — όμως οι θεσμικές δομές που παρήγαγαν αυτές τις αποτυχίες παρέμειναν ανέπαφες. Αν η μεταρρύθμιση επικεντρωθεί και πάλι στα πρόσωπα αντί στους θεσμούς, η ιστορία θα επαναληφθεί.

Ο Ινφαντίνο δεν είναι το πρόβλημα, εξηγεί. Το κεντρικό ζήτημα είναι ότι η FIFA είναι ταυτόχρονα ο ρυθμιστής του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και ο βασικός εμπορικός του παράγοντας. Σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, μια τέτοια διάρθρωση θα αναγνωριζόταν ως προφανής σύγκρουση συμφερόντων. Ωστόσο, στο ποδόσφαιρο έχει κανονικοποιηθεί.

Μόλις η εμπορική επιτυχία καταστεί το πρωταρχικό μέτρο της θεσμικής επιτυχίας, όλοι οι υπόλοιποι στόχοι — τους οποίους η FIFA, ως θεματοφύλακας του αθλήματος, υποτίθεται ότι οφείλει να προστατεύει — υποτάσσονται τελικά στην αύξηση των εσόδων. Η υγεία των ποδοσφαιριστών παραχωρεί τη θέση της σε ένα ολοένα και πιο επιβαρυμένο αγωνιστικό ημερολόγιο.

Η ανταγωνιστική ισορροπία θυσιάζεται στο κυνήγι του παγκόσμιου τηλεοπτικού κοινού. Οι φίλαθλοι μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε καταναλωτές προς εμπορική εκμετάλλευση και όχι σε κοινότητες που πρέπει να εξυπηρετούνται.

Το να θεωρεί η FIFA την εμπορική επιτυχία ως το μέτρο επιτυχίας ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου ισοδυναμεί με το να ισχυρίζεται μια κυβέρνηση ότι το εθνικό της σύστημα υγείας είναι το καλύτερο επειδή είναι ιδιαίτερα κερδοφόρο, ενώ οι περισσότεροι πολίτες της δεν έχουν πλέον πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας ιατρική περίθαλψη.

Το μοντέλο διακυβέρνησης της FIFA δημιουργεί ισχυρά κίνητρα υπέρ αυτής της προτεραιοποίησης των κερδών. Οι οικονομικοί της πόροι στηρίζουν ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων που παγιώνει όσους βρίσκονται ήδη στην εξουσία και αποθαρρύνει κάθε διαφωνία. Η αντικατάσταση ενός «αυτοκρατορικού» προέδρου χωρίς αλλαγή αυτών των κινήτρων απλώς προετοιμάζει το έδαφος για έναν ακόμη.

Το σύστημα αυτό των πελατειακών σχέσεων διευκολύνεται από το περιορισμένο και κλειστό εκλογικό σώμα που αποφασίζει για την προεδρία. Οι συνομοσπονδίες και οι εθνικές ομοσπονδίες αναπαράγουν τις ίδιες αδυναμίες διακυβέρνησης με τη FIFA. Κυριαρχούνται από έναν σχετικά σταθερό κύκλο ήδη κατεχόντων αξιώματα και από τους διαδόχους που οι ίδιοι συχνά επιλέγουν.

Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι φίλαθλοι και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι φορείς διαθέτουν ελάχιστη φωνή. Οι διοικητικοί φορείς του ποδοσφαίρου επικαλούνται νομιμοποίηση που υποτίθεται ότι προέρχεται από τη βάση, αλλά λειτουργούν από την κορυφή προς τα κάτω.

Ούτε υπάρχουν ουσιαστικοί μηχανισμοί ελέγχου και εξισορρόπησης. Οι ανεξάρτητες επιτροπές δεν μπορούν να παραμείνουν πραγματικά ανεξάρτητες όταν οι διορισμοί, οι θητείες και οι παύσεις τους εξαρτώνται τελικά από τους ίδιους τους κατόχους της εξουσίας που καλούνται να ελέγξουν. Οι κανόνες από μόνοι τους δεν παράγουν λογοδοσία. Απαιτούν θεσμούς ικανούς να τους επιβάλλουν χωρίς φόβο ή εύνοια. Χωρίς αυτούς, υπάρχουν κανόνες αλλά όχι κράτος δικαίου. Η δική μου εμπειρία από τη σύντομη θητεία μου στις δομές διακυβέρνησης της FIFA επιβεβαίωσε πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί αυτή η ανεξαρτησία όταν καθίσταται ενοχλητική.

Η λύση είναι απλή: οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες της FIFA πρέπει να διαχωριστούν από τις εμπορικές της δραστηριότητες. Η διακυβέρνησή της πρέπει να καταστεί πραγματικά συμμετοχική και αντιπροσωπευτική, παρέχοντας ουσιαστική φωνή στους ποδοσφαιριστές, τους φιλάθλους, τις γυναίκες και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους φορείς. Η εποπτεία πρέπει να είναι πραγματικά ανεξάρτητη, προστατευόμενη από διαφανείς διαδικασίες διορισμού και ασφαλείς θητείες, απαλλαγμένες από συγκρούσεις συμφερόντων.

Πρόκειται για θεμελιώδεις αρχές ορθής διακυβέρνησης. Το αξιοσημείωτο δεν είναι ότι προτείνονται, αλλά ότι δεν έχουν ποτέ εφαρμοστεί πλήρως.

Οι δομές εξουσίας της FIFA καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε ουσιώδη μεταρρύθμιση εκ των έσω. Όπως συνέβη και το 2016, μια αλλαγή ηγεσίας ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για να ανακοπούν οι επειγόντως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση.

Οι πολιτικές αρχές έχουν πλέον ευθύνες τις οποίες δεν μπορούν άλλο να αποφεύγουν. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η άσκηση ρυθμιστικής εξουσίας από έναν αθλητικό διοικητικό φορέα σε μια αγορά όπου αποτελεί ταυτόχρονα τον κυρίαρχο εμπορικό παράγοντα δημιουργεί σοβαρούς νομικούς κινδύνους.

Στη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό του 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέθεσε μελέτη σύμφωνα με την οποία ο αθλητισμός αντιπροσωπεύει το 3,7% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 5,4% του εργατικού της δυναμικού. Πρόκειται, επομένως, για έναν μείζονα τομέα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν ιστορικά επιδείξει ανοχή στους ισχυρισμούς των αθλητικών οργανισμών περί αυτονομίας. Αυτή η στάση ανοχής δεν μπορεί πλέον να δικαιολογηθεί, καταλήγει ο αρθρογράφος.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο