Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με... καλές προθέσεις

Οταν οι τιμές των καυσίμων, των τροφίμων και των βιομηχανικών μετάλλων, π.χ. χαλκός, ανεβαίνουν, δεν πρέπει να εκπλήσσει που το κόστος δανεισμού κρατών και επιχειρήσεων ανεβαίνει. Το πρόβλημα είναι άλλο.

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με... καλές προθέσεις

Σε μια κρίση, οι αδύναμοι κρίκοι είναι οι πιο ευάλωτοι και συνήθως εκείνοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα.

Η Ελλάδα, μια υπερχρεωμένη χώρα που προέρχεται από πολυετή οικονομική ύφεση, είναι μια τέτοια περίπτωση.

Γι’ αυτό πρέπει να είναι πολύ προσεκτική στα δημόσια οικονομικά της. Δηλαδή πόσα λεφτά ξοδεύει και πού τα ξοδεύει, ώστε να πιάνουν τόπο.

Ομως, αυτή δεν είναι η πρώτη έγνοια ενός πολιτικού συστήματος που έχει μάθει να δαπανά τα λεφτά της σχετικά μικρής φορολογικής βάσης της χώρας σ’ ένα άγριο ανταγωνισμό προσέλκυσης ψηφοφόρων.

Ειδικότερα, όταν οι έκτακτες συνθήκες της πανδημίας δικαιολογούν αύξηση των δαπανών και μείωση των κρατικών εσόδων.

Είναι λοιπόν επόμενο να κινδυνεύει περισσότερο, όταν το κόστος δανεισμού σου από τις αγορές ανεβαίνει ταχύτατα.

Οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων και η συνακόλουθη κατακόρυφη των αποδόσεων δικαιολογημένα προβλημάτισαν.

Από την άλλη πλευρά, τα σημερινά επίπεδα των αποδόσεων των ομολόγων ή και ακόμη υψηλότερα δεν προκαλούν ανατροπές. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου στο 1,10% και πολύ περισσότερο τα αρνητικά επιτόκια στα έντοκα γραμμάτια δεν προκαλούν πονοκέφαλο.

Το μέσο κόστος δανεισμού στην άσκηση διατηρησιμότητας του ελληνικού χρέους των θεσμών που το βγάζει φερέγγυο μεσοπρόθεσμα είναι πολύ υψηλότερο.

Επίσης, η ΕΚΤ είναι εκεί έξω ως αγοραστής στη δευτερογενή αγορά μέσω του προγράμματος αγοράς ομολόγων (PEPP), τα τοκοχρεολύσια των επόμενων ετών είναι λίγα ενώ υπάρχει το περίφημο μαξιλάρι ρευστότητας.

Ομως, όλα αυτά τα καλά και άγια μπορούν να γίνουν καπνός, αν η Ελλάδα χάσει την εμπιστοσύνη των αγορών.

Πώς; Αν η δημοσιονομική πολιτική των μεγάλων ελλειμμάτων συνεχισθεί και/ή υπάρξει κάποιο άλλο μεγάλο εξωτερικό σοκ.

Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο εξωτερικό σοκ και δεν είναι σοφό να το υποτιμά κάποιος, παρότι είναι κυρίως φαινόμενο του 20ού αιώνα, αν πιστέψουμε την Deutsche Bank.

Υπάρχουν ήδη κάποια σημάδια.

Στις αρχές του 2021, υπενθυμίζαμε πως πολλοί υπερδιπλασίασαν τα λεφτά τους την προηγούμενη χρονιά, ποντάροντας σε άνοδο των αγροτικών εμπορευμάτων και «σορτάροντας» τον υποδείκτη εμπορευμάτων ενέργειας, ποντάροντας σε πτώση.

Αν όμως έβαζε κάποιος το ίδιο στοίχημα φέτος, δεν θα είχε την ίδια επιτυχία. Ο λόγος;

Οι τιμές αρκετών αγροτικών προϊόντων συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, όμως το πετρέλαιο έχει ανέβει, με την τιμή του πετρελαίου μπρεντ παράδοσης Απριλίου στα 66 δολάρια το βαρέλι από 55 δολάρια στο τέλος Ιανουαρίου.

Το γεγονός δεν διέφυγε την προσοχή της αγοράς, που γνώριζε πως τα ομόλογα ήταν υπερτιμημένα λόγω των μεγάλων αγορών ομολόγων μέσω των προγραμμάτων QE από τις κεντρικές τράπεζες, ενόψει της μαζικής μελλοντικής προσφοράς τίτλων στα χνάρια των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Η αγορά γνωρίζει επίσης πως αν ο πληθωρισμός έλθει, αυτό θα γίνει γρήγορα.

Η ελπίδα όλων είναι ο Τζέρομ Πάουελ, ο πρόεδρος της Fed, να είχε δίκιο όταν πρόσφατα εμμέσως υποβάθμισε τη σημασία της ανόδου του πληθωρισμού.

Ο κ. Πάουελ δήλωσε πρόσφατα στο Κογκρέσο πως η αύξηση του μέσου επιπέδου τιμών ήταν απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά η οικονομία ήταν ακόμη μακριά από συνθήκες πλήρους απασχόλησης.

Αν όμως η αύξηση των τιμών συνεχισθεί και λάβει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, το «μοντέλο του QE» ίσως αποδειχθεί ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στη νομισματική ιστορία.

Ομως, ας μη σπεύσουμε να βγάλουμε πρόωρα συμπεράσματα. Ο 21ος αιώνας ίσως δεν είναι σαν τον 20ό, που σημαδεύτηκε από τον πληθωρισμό.

Dr Money

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v