Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Οι ρυθμίσεις χρεών και τα... χτυπήματα κάτω από τη ζώνη!

Τι γίνεται όταν η τράπεζα συζητά με τον δανειολήπτη τη ρύθμιση της οφειλής αλλά ταυτόχρονα προχωρά σε ένδικα μέσα ή ο οφειλέτης επιδιώκει να «κρύψει» την περιουσία του. Οι τελευταίες δικαστικές αποφάσεις. Γράφει ο Γ. Ψαράκης.

Οι ρυθμίσεις χρεών και τα... χτυπήματα κάτω από τη ζώνη!
  • του Γιώργου Ψαράκη*

Είναι σύνηθες τα τελευταία χρόνια, οι δανειολήπτες να προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με το πιστωτικό ίδρυμα (ή πλέον την Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων) στο πλαίσιο εύρεσης μιας συμβιβαστικής λύσης για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων.

Στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, όμως, ανακύπτουν αρκετά ζητήματα ορθής συναλλακτικής συμπεριφοράς. Τα πιστωτικά ιδρύματα ενίοτε αποπειρώνται να ασκήσουν πίεση στον δανειολήπτη με την απειλή λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, την ίδια χρονική στιγμή που διαπραγματεύονται μαζί του.

Την ίδια στιγμή, δηλ., που συζητάνε μαζί του περί των δυνατοτήτων ρύθμισης ενός δανείου, καταθέτουν τα ένδικα βοηθήματα (αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κ.ο.κ.), με σκοπό να εξασφαλίσουν το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα του «οπλισμένου όπλου» πάνω στο τραπέζι. Παράλληλα, καθ’ όλη τη διάρκεια των «φιλικών» συζητήσεων αντλούν όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούν περί της περιουσιακής κατάστασης του δανειολήπτη και των εγγυητών.

Οι συζητήσεις μετά την έκδοση του εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής), που λαμβάνουν χώρα μεταξύ δανειολήπτη και τράπεζας είναι αρκετά φορτισμένες, με τον πρώτο να είναι, συνήθως, υποχρεωμένος να δεχτεί όποια πρόταση διατυπώνει το πιστωτικό ίδρυμα, καθώς σε αντίθετη περίπτωση υφίσταται ο κίνδυνος έναρξης διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης. Και όταν πρόκειται για δανειολήπτρια επιχείρηση, ο κίνδυνος δέσμευσης των τραπεζικών της λογαριασμών, που μπορεί να λάβει χώρα εντός λίγων ωρών, αρκεί για να την αποδυναμώσει εντελώς διαπραγματευτικά.

Τούτο, εξάλλου, ορισμένες φορές μεταφέρεται με έντονο τρόπο και στην ίδια την επιχείρηση, με αναλυτική περιγραφή από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας των ενεργειών που θα ακολουθήσουν, αν δεν υπάρξει συμφωνία ρύθμισης όπως την προτείνει το πιστωτικό ίδρυμα.

Εξάλλου, όταν, ενδεχομένως, φτάνει η συζήτηση με τα αρμόδια στελέχη των τραπεζών στο συγκεκριμένο ζήτημα της αντιφατικής συμπεριφοράς εκ μέρους τους, η απάντηση είναι, σχεδόν πάντα, η ίδια: το δικαστικό τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση κινείται ανεξάρτητα από το τμήμα του χειρισμού του δανείου που έχει αναλάβει τη διαπραγμάτευση. Φυσικά, ακόμα και πράγματι να συντρέχει έλλειμμα πληροφόρησης στο πρόσωπο του υπαλλήλου που είναι αρμόδιος για τις συζητήσεις επί της ρύθμισης του δανείου, τούτο δεν δικαιολογεί την αντιφατική αυτή συμπεριφορά, καθότι το νομικό πρόσωπο της τράπεζας είναι ένα και ως ένα πρέπει να συμπεριφέρεται.

Προσφάτως μάλιστα εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 5095/2019 και 6441/2019 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Σεπτέμβριος και Δεκέμβριος 2019) οι οποίες έκριναν, επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών, τα εξής:

Η δανειολήπτρια επιχείρηση άρχισε να αντιμετωπίζει μεταξύ των ετών 2014 και 2015 δυσκολίες στην εξόφληση μιας πίστωσης που είχε λάβει με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Το έτος 2017, η καθυστέρηση αυτή απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα και αρχές του 2018, η δανειολήπτρια υπέβαλε πρόταση ρύθμισης στην πιστώτρια τράπεζα. Στην πρόταση αυτή η τράπεζα απάντησε αρνητικά, χωρίς όμως κάποια αιτιολογία, ενώ παράλληλα κατήγγειλε την πιστωτική σύμβαση απαιτώντας την εξόφληση όλης της οφειλής.

Μετά την καταγγελία, η δανειολήπτρια επανήλθε με συγκεκριμένη πάλι πρόταση ρύθμισης, επί της οποίας ξεκίνησαν οι συζητήσεις με τους υπαλλήλους της τράπεζας. Έλαβε χώρα και σχετική συνάντηση στα γραφεία του πιστωτικού ιδρύματος για τη συζήτηση της προτεινόμενης ρύθμισης και ζητήθηκαν επιμέρους οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης. Τρεις ημέρες, όμως, αφού ζητήθηκαν τα οικονομικά στοιχεία και ενώ βρισκόντουσαν τα μέρη σε διαδικασία συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κατατέθηκε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής εκ μέρους της τράπεζας. Κατά τούτο κρίθηκε από το δικαστήριο ότι η τράπεζα δεν τήρησε τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας περί καλόπιστης διαπραγμάτευσης. Το Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η πράξη αυτή της τράπεζας περί κατάθεσης αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής εν μέσω συζητήσεων για ρύθμιση συνιστά καταχρηστική άσκηση της αξίωσής της και πιθανολόγησε την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής.

Αξίζει να παραθέσουμε αυτούσια τα κάτωθι χωρία μίας εκ των δύο δικαστικών αποφάσεων, τα οποία και παρουσιάζουν γλαφυρά την ανακύψασα διαπραγματευτική ανισότητα:

«Δηλαδή ενώ η καθ’ ης βρισκόταν ήδη από πιο πριν σε διαδικασία για την εξεύρεση λύσης προς διευθέτηση της οφειλής και γνώριζε ότι οι αιτούντες είχαν αναθέσει σχετική εντολή σε οικονομικό σύμβουλο για να τους εκπροσωπεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην όλη διαδικασία, που διεξαγόταν για να αποφευχθεί η δικαστική οδός, κατέθεσε συγχρόνως την ανωτέρω αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, που συνιστά επιθετική πράξη και κίνηση δικαστικής διαδικασίας σε βάρος αυτού με τον οποίο βρίσκεται σε διαπραγμάτευση… […] Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ενώ η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε στις 17/9/2018, η διαδικασία εξεύρεσης λύσης συνεχιζόταν και στο μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στους αιτούντες στις 13-11-2018, γεγονός που προκάλεσε τη διαμαρτυρία των αιτούντων σε χρονική στιγμή, που είχαν συγκεντρωθεί όλα τα οικονομικά στοιχεία που ζητήθηκαν.

Πιθανολογήθηκε, περαιτέρω, ότι η διαδικασία της συνεχίστηκε και στο μετέπειτα χρονικό διάστημα, πλην, όμως, μετά την έκδοση και επίδοση της ανωτέρω εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, στην εν λόγω διαδικασία δεν συμμετείχαν με ίσους όρους και η διαπραγμάτευση γινόταν υπό την πίεση της εκτελεστικής διαδικασίας».

Δεν θα ήμασταν δίκαιοι, ωστόσο, αν δεν αναφέραμε και την άλλη όψη του νομίσματος: εμφανίζονται πρακτικές εκ μέρους των δανειοληπτών που εκμεταλλευόμενοι την «παύση πυρός» εκ μέρους της τράπεζας, στο πλαίσιο συζητήσεων για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, προχωρούν σε καταδολιευτικές ενέργειες απαλλοτρίωσης των περιουσιακών τους στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή, το πιστωτικό ίδρυμα έχει τα νομικά όπλα για να αντιμετωπίσει τις εν λόγω αθέμιτες πράξεις εκ μέρους του οφειλέτη του (αγωγές διάρρηξης κοκ). Εξάλλου τέτοιες πρακτικές εκ μέρους των δανειοληπτών θα αναδειχθούν σε τυχόν μελλοντικές αντιδικίες, με αποτέλεσμα να καταστήσουν άκρως δυσχερή τη θέση τους ενώπιον των δικαστηρίων.

 

* Ο Γιώργος Ψαράκης είναι Δικηγόρος Αθηνών, ΜΔΕ, LL.M. (LSE), PgCert και εταίρος στη Δικηγορική Εταιρεία «Γιαννατσής & Ψαράκης» (www.yiannatsis.gr).

 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v