Το κόστος άνθρακα αλλάζει το παιχνίδι στην ευρωπαϊκή οικονομία

Tο CBAM ως πυλώνας διαμόρφωσης της μελλοντικής ευρωπαϊκής οικονομίας. Ποια είναι τα κρίσιμα στοιχεία. Γράφουν οι Δημ. Καινούργιος, Αθ. Κατεβάτης και Αλ. Τσιούτσιος.

Το κόστος άνθρακα αλλάζει το παιχνίδι στην ευρωπαϊκή οικονομία
  • Γράφουν οι Δημ. Καινούργιος, Αθ. Κατεβάτης και Αλ. Τσιούτσιος

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο τη δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Για να επιτύχει αυτόν τον φιλόδοξο στόχο, εφαρμόζει εδώ και χρόνια ένα σύνθετο πλαίσιο περιβαλλοντικής πολιτικής, με βασικό πυλώνα το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ – EU ETS).

Στο πλαίσιο αυτό, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, οι αεροπορικές, οι ναυτιλιακές και οι μεγάλες βιομηχανίες συγκεκριμένων κλάδων υποχρεούνται να αγοράζουν δικαιώματα ρύπων (EUAs) για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν.

Τα δικαιώματα αυτά διαπραγματεύονται σε οργανωμένες αγορές και η τιμή τους επηρεάζεται άμεσα από πολιτικές αποφάσεις που περιορίζουν σταδιακά τη διαθέσιμη ποσότητά τους. Καθώς η προσφορά μειώνεται, το κόστος του άνθρακα αυξάνεται, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές της ενέργειας και έμμεσα το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης σε ολόκληρη την οικονομία.

Ωστόσο, η αυστηρότερη εφαρμογή της κλιματικής πολιτικής ανέδειξε ένα κρίσιμο ζήτημα: τον κίνδυνο της λεγόμενης «διαρροής άνθρακα», δηλαδή τον κίνδυνο οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να χάσουν ανταγωνιστικότητα ή να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με χαλαρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, όπου δεν υφίσταται αντίστοιχο κόστος άνθρακα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε αρνητικές συνέπειες τόσο για την Ευρωπαϊκή οικονομία, όσο και για το παγκόσμιο περιβάλλον, καθώς οι εκπομπές απλώς θα μεταφέρονταν εκτός Ευρώπης.

Για να αντιμετωπιστεί αυτός ο κίνδυνος, η ΕΕ εισήγαγε τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM – Carbon Border Adjustment Mechanism). Ο μηχανισμός αυτός επιβάλλει κόστος άνθρακα και στα εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες, ώστε να πληρώνουν περίπου το ίδιο «τίμημα ρύπανσης» με τα προϊόντα που παράγονται εντός της ΕΕ.

Στην παρούσα φάση, το CBAM καλύπτει ιδιαίτερα ενεργοβόρους και στρατηγικούς κλάδους, όπως το σίδηρο και τον χάλυβα, το αλουμίνιο, το τσιμέντο, τα λιπάσματα, την ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο – τομείς που βρίσκονται στη βάση πολλών αλυσίδων αξίας και επηρεάζουν άμεσα το κόστος κατασκευών, υποδομών, βιομηχανικής παραγωγής και τελικά τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

Η εφαρμογή του CBAM πραγματοποιείται σταδιακά. Συγκεκριμένα, από τον Οκτώβριο του 2023 έως και το τέλος του 2025 το σύστημα βρίσκεται σε μεταβατική φάση, κατά την οποία οι εισαγωγείς δεν επιβαρύνονται με οικονομικό κόστος, αλλά υποχρεούνται να αναφέρουν τις εκπομπές που ενσωματώνονται στα εισαγόμενα προϊόντα τους. Η πλήρης εφαρμογή του μηχανισμού ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 2026, με την τιμή των πιστοποιητικών να προκύπτει ως σταθμισμένος μέσος όρος των τιμών δημοπρασίας των EUAs στο πλαίσιο του EU ETS.

Κατά τη διάρκεια του 2026, οι τιμές των πιστοποιητικών CBAM δημοσιεύονται σε τριμηνιαία βάση, ενώ από το 2027 και εξής θα υπολογίζονται και θα ανακοινώνονται σε εβδομαδιαία βάση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Χρηματιστήριο Ενέργειας (EEX).

Για το πρώτο τρίμηνο του 2026, η τιμή του CBAM διαμορφώθηκε σε 75,36 € ανά μετρικό τόνο ισοδυνάμου CO₂. Τα πιστοποιητικά CBAM θα αγοράζονται μέσω κεντρικής πλατφόρμας, η οποία θα καταστεί διαθέσιμη από τον Φεβρουάριο του 2027, και θα πρέπει να παραδίδονται εντός του ίδιου έτους, καλύπτοντας τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν στις εισαγωγές του προηγούμενου έτους.

Εντοπίζοντας το ερευνητικό κενό που υφίσταται γύρω από το CBAM, πρόσφατη επιστημονική έρευνα του Κέντρου Μελετών και Εκπαίδευσης Χρηματοοικονομικής (KEMEX) του ΕΚΠΑ με τίτλο “Dynamic Spillovers across CBAM-Covered Commodity Markets” και συγγραφείς τους Δημήτριο Καινούργιο, Αθανάσιο Κατεβάτη και Αλέξανδρο Τσιούτσιο, επικεντρώνεται στην ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των βασικών αγορών που το συνθέτουν, δηλαδή των αγορών άνθρακα, ενέργειας και βιομηχανικών εμπορευμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποιούνται ημερήσια δεδομένα για την περίοδο Μαΐου 2020 – Μαρτίου 2026 και εφαρμόζεται το οικονομετρικό υπόδειγμα TVP‑VAR σε συνδυασμό με την Ανάλυση Δυναμικής Διασύνδεσης (DCA). Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι το ευρωπαϊκό σύστημα άνθρακα, ενέργειας και βιομηχανικών εμπορευμάτων που το απαρτίζουν χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό διασύνδεσης.

Συγκεκριμένα, οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Γερμανίας και της Γαλλίας, μαζί με την αγορά φυσικού αερίου της ΕΕ, αναδεικνύονται ως οι βασικοί «πομποί» διαταραχών, δηλαδή οι μεταβολές στις τιμές αυτών των αγορών μεταδίδονται έντονα προς τις υπόλοιπες αγορές του συστήματος, ενώ τα EUAs και τα βιομηχανικά εμπορεύματα λειτουργούν κυρίως ως «δέκτες» κλυδωνισμών, αντανακλώντας εξελίξεις που προέρχονται από τις αγορές ενέργειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της περιόδου πριν και μετά την εισαγωγή του CBAM. Μετά τον Οκτώβριο του 2023 που ξεκίνησε η μεταβατική περίοδος, η συνολική διασύνδεση μεταξύ των αγορών μειώνεται ελαφρώς.

Η εξέλιξη αυτή δεν υποδηλώνει αποδυνάμωση των αγορών, αλλά αναδιάρθρωση των μηχανισμών μετάδοσης κινδύνου. Το φυσικό αέριο ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο του ως βασικός παράγοντας μετάδοσης μεταβλητότητας, αντανακλώντας τη σημασία του ως μεταβατικό καύσιμο στην ενεργειακή μετάβαση.

Η συνολική σύνδεση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας μειώνεται λόγω της αυξημένης διείσδυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα, ενώ η σημασία του άνθρακα περιορίζεται σταδιακά ως αποτέλεσμα της απολιγνιτοποίησης και της αυστηροποίησης της κλιματικής πολιτικής.

Παράλληλα, τα EUAs καθίστανται πιο ευαίσθητα σε εξωτερικούς παράγοντες, καθώς οι τιμές τους επηρεάζονται όχι μόνο από τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς, αλλά και από προσδοκίες και κανονιστικές εξελίξεις που συνδέονται άμεσα με το EU ETS και το CBAM.

Οι επιχειρήσεις που εισάγουν προϊόντα από χώρες εκτός ΕΕ τα οποία υπάγονται στο καθεστώς CBAM, επιβαρύνονται τόσο με το διοικητικό κόστος υποβολής αναφορών όσο και με το κόστος αγοράς των σχετικών πιστοποιητικών, ενώ οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δεν πραγματοποιούν τέτοιες εισαγωγές απολαμβάνουν μεγαλύτερη προστασία έναντι αθέμιτου ανταγωνισμού.

Για τους καταναλωτές, αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου στη διαμόρφωση του κόστους ζωής, καθώς οι επιπτώσεις μεταφέρονται έμμεσα σε κατασκευές, βιομηχανία και τελικά προϊόντα.

Σε επίπεδο πολιτικής, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αποτελεσματικότητα και η σταθερότητα του CBAM εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ορθή εφαρμογή και τον συντονισμό της ενεργειακής πολιτικής.

Παράλληλα, το CBAM λειτουργεί ως μοχλός τεχνολογικής αναβάθμισης, ενθαρρύνοντας επενδύσεις σε πιο καθαρές και βιώσιμες παραγωγικές διαδικασίες. Τέλος, δεν πρόκειται απλώς για ένα εμπορικό ή φορολογικό εργαλείο, αλλά για έναν κρίσιμο πυλώνα στη διαμόρφωση της μελλοντικής ευρωπαϊκής οικονομίας.

 

Το Εργαστήριο Κέντρο Μελετών και Εκπαίδευσης Χρηματοοικονομικής του ΕΚΠΑ παρέχει εξειδικευμένες αναλύσεις και μελέτες προσαρμοσμένες στις ανάγκες επιχειρήσεων και επενδυτών, καθώς και συμβουλευτικές υπηρεσίες προς τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Για περισσότερες πληροφορίες, επικοινωνήστε στα τηλ. 210-3689365/33/49 και στο e-mail [email protected]

 

* Ο Δημήτριος Καινούργιος (φωτ. κέντρο) είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικής, Μέλος του Συμβουλίου  Διοίκησης του ΕΚΠΑ, Διευθυντής του Κέντρου Μελετών και Εκπαίδευσης Χρηματοοικονομικής (ΚΕΜΕΧ).

* Ο Αθανάσιος Κατεβάτης (φωτ. αρ.) είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και ερευνητής του ΚΕΜΕΧ.

* Ο Αλέξανδρος Τσιούτσιος είναι Μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και ερευνητής του ΚΕΜΕΧ.

 


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο