Στο ίδιο τραπέζι

Είναι σαφώς ευκολότερο να διαφωνούμε παρά να συμφωνούμε. Όμως κάποτε, σε αυτό τον τόπο, πρέπει να μάθουμε να μιλάμε, ιδίως για τα εθνικά θέματα. Διαφορετικά…

Στο ίδιο τραπέζι

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Για να μην περιστρέφεται η συζήτηση πέριξ του -ιλαρού ή μη- ζητήματος, κατά πόσον θα έπρεπε να συνεδριάσει το ΚΥΣΕΑ εν μέσω του τριημέρου του Αγ. Πνεύματος, ίσως, θα οφείλαμε μία δεύτερη ματιά στην πρόταση ενός κάποτε μικρού και πλέον (σχεδόν) ανύπαρκτου κόμματος.

Μία πρόταση που στόχο είχε τα εθνικά θέματα να μπουν σε ένα πραγματικά εθνικό τραπέζι και να συζητιούνται τόσο από εκείνους που κρατούν τα ηνία της εξουσίας τη συγκεκριμένη στιγμή, όσο και από τους προκατόχους των θέσεών τους.

Η σοφία αυτής της πρότασης ήταν ότι έτσι τα εθνικά ζητήματα και ο τρόπος χειρισμού τους δεν θα καλύπτονταν αναγκαστικά από τον όποιο κομματικό μανδύα έφερε η εκάστοτε κυβέρνηση αλλά θα μπορούσαν να συζητηθούν σε πνεύμα διακομματικής συνεννόησης και να οδηγήσουν -εντέλει- στον σχηματισμό μίας «εθνικής γραμμής» αλλά και στον «διαμοιρασμό» του όποιου πολιτικού κόστους αυτή τυχόν θα είχε.

Πρόκειται για αυτή τη «συνεννόηση» που τόσο κραυγαλέα απουσιάζει σήμερα από την πολιτική ζωή του τόπου, ακόμη και επί των εθνικών ζητημάτων.

Το «τραπέζι» της συζήτησης είχε ονομαστεί, από το Ποτάμι, το οποίο είχε υποβάλει την αρχική πρόταση το 2017, ως «Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας» (ΣΕΑ).

Στο αντίστοιχο νομοσχέδιο που μετά διετία εμφάνισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, το «τραπέζι» εξακολουθούσε να λέγεται «ΣΕΑ», αλλά εκεί τελείωναν οι ομοιότητες με την προηγούμενη πρόταση.

Δεν προβλεπόταν η συμμετοχή πρώην πρωθυπουργών, όπως δεν προβλεπόταν και η συμμετοχή εκπροσώπων της αντιπολίτευσης, μεταξύ άλλων.

Έτσι, όπως στέκουν σήμερα τα πράγματα, η αντιπολίτευση ενημερώνεται κατόπιν εορτής από την κυβέρνηση, είτε κατά μόνας, όπως πρότεινε ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας προς τους πολιτικούς αρχηγούς, είτε μέσω της σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, όπως πρότεινε ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος.

Πάντως, δεν καλείται να εκφέρει την άποψή της ή -πολύ περισσότερο- να συνδιαμορφώσει πολιτική προ των εξελίξεων ή ενόψει των εξελίξεων και νομιμοποιείται να ισχυρίζεται, όπως έπραξε πρόσφατα, ότι το κυβερνών κόμμα επιχειρεί πολιτική εκμετάλλευση εθνικών θεμάτων εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

Εάν επιθυμούμε, ως έθνος, κράτος, λαός κ.λπ., κάποτε να αποκτήσουμε αντίστοιχη συνέχεια και συνέπεια στην εξωτερική μας πολιτική με εκείνη που εμφανίζουν οι κυριότεροι εχθροί μας στη γειτονιά, οφείλουμε να αποκτήσουμε ένα τραπέζι συζήτησης αυτών των θεμάτων, στο οποίο θα μπορούν να κάθονται όλοι ή σχεδόν όλοι. Όχι μόνον οι κυβερνώντες, πάντως.

Το όνομα αυτού του τραπεζιού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που έχει καταλυτική σημασία ωστόσο είναι η σύνθεση και οι αρμοδιότητές του.

Εάν υπήρχε ένα τέτοιο τραπέζι τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα, είναι αμφίβολο εάν θα χρόνιζε σε τέτοιο βαθμό η προσέγγιση εθνικών θεμάτων, όπως αυτό της Β. Μακεδονίας (πλέον). Όπως αμφίβολο είναι εάν θα «λυνόταν» με τον συγκεκριμένο τρόπο ή εάν θα δίχαζε τόσο βαθιά τον τόπο η επίλυσή του.

Αντίστοιχα, ζητήματα όπως το παραδεδεγμένο της υφαλοκρηπίδας ίσως να είχαν τεθεί προ πολλού στη βάσανο της εξέτασης, παρά αφεθεί στη λήθη από όσους κράτησαν τα ηνία του τόπου και επέλεξαν να «μεταθέσουν» την ευθύνη στους «επόμενους».

Εντέλει, όσο δεν έχουμε αυτό το τραπέζι, απεμπολούμε τη δυνατότητα διαμόρφωσης κλίματος εθνικής συνεννόησης επί εθνικών ζητημάτων σε ανύποπτο χρόνο, το οποίο όμως αναζητούμε εναγωνίως σε καιρούς κρίσης, διαμέσου του άτυπου Συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, το οποίο συνεδριάζει υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Μήπως πρέπει, όμως, κάποτε να δέσουμε τον γάιδαρό μας;

Φερειπείν, αμέσως μετά τις εκλογές;

Νίκος Γ. Δρόσος n.drosos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v