Το δίλημμα της Χάγης

Η απόφαση περί προσφυγής ή μη στη Χάγη για την ελληνοτουρκική διαφορά περί υφαλοκρηπίδας και θαλασσίων ζωνών εμπεριέχει ένα «κρυφό» κόστος. Οφείλουμε, όμως, να το προσμετρήσουμε.

Το δίλημμα της Χάγης

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Η οδός του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, την οποία υπέδειξε χθες ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ως εκείνην που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ελλάδα εάν αποτύχει ο διάλογος ως τρόπος διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών επί της υφαλοκρηπίδας και των θαλασσίων ζωνών Αιγαίου και Ανατ. Μεσογείου, τελεί υπό δύο προϋποθέσεις, όπως ο ίδιος τις περιέγραψε, κατά τη συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «το Βήμα».

Όπως είπε, «...να είμαστε αφενός απολύτως σίγουροι ότι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Και αφετέρου απολύτως έτοιμοι να δεχθούμε την τελική απόφαση ενός τέτοιου διεθνούς οργάνου».

Σε τι βαθμό ικανοποιούνται αυτές οι δύο προϋποθέσεις σήμερα στην Ελλάδα;  Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ως δεδομένη την ορθότητα των ελληνικών θέσεων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, πόσο έτοιμη είναι η κοινή γνώμη αλλά και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, κάθε χρώματος, να αποδεχθούν την έκβαση μίας δικαστικής διαδικασίας επί των ζητημάτων αυτών;

Πρόσωπα που είναι σε θέση να γνωρίζουν επισημαίνουν δύο τινά:  Πρώτον, ότι όπως στέκουν τα πράγματα, η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να «κερδίσει» κάτι περισσότερο από ό,τι ήδη κατέχει αλλά ότι -αντίθετα- στέκει μπροστά σε ενδεχόμενες απώλειες. Ως προς το δεύτερο σημείο, δε, παραπέμπουν στον διεθνή και «πολυσχιδή» χαρακτήρα και βεβαίως στη σύνθεση του Δικαστηρίου της Χάγης.

Δεύτερον, σύμφωνα με τους ίδιους, είναι περισσότερο πιθανόν να ωφεληθεί η Τουρκία από μία τέτοια διαδικασία, παρά να χάσει κάτι, το οποίο ούτως ή άλλως σήμερα απλώς διεκδικεί.

Υπό αυτό το πρίσμα, ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη, βάσει ελληνοτουρκικού συνυποσχετικού περί αποδοχής του όποιου αποτελέσματος, θα μπορούσε να έχει αρνητική -τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση- έκβαση για τη χώρα μας. Ακόμη κι αν αυτή η προσφυγή αφορά την μόνη διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει με την Τουρκία, ήτοι εκείνην της υφαλοκρηπίδας και των θαλασσίων ζωνών.

Στον αντίποδα, η αδράνεια, την οποία πιστά τηρεί επί σχεδόν μισόν αιώνα η χώρα μας έναντι της Άγκυρας, ήδη οδήγησε στην μεγιστοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων, θέτοντας ζητήματα που ούτε κατά διάνοια ετίθεντο το 1974 ενώ μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο τραπέζι μίας αναγκαστικής -και άρα δυνητικά επαχθούς- διαπραγμάτευσης στον απόηχο ενός ενδεχόμενου «θερμού» επεισοδίου.

Τούτων δοθέντων, η έμμεση πλην σαφής πρόσκληση επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών επί των παραπάνω ζητημάτων από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σε περίπτωση που αποδειχθεί άκαρπος ο διάλογος μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, σε οποιοδήποτε από τα επίπεδα που περιέγραψε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, εξυπηρετεί δύο σκοπούς.

Αφενός, θέτει άπαντες -την κοινή γνώμη αλλά και τον πολιτικό κόσμο της χώρας- ενώπιον των παραπάνω διλημμάτων και αφετέρου στερεί την Τουρκία από το επιχείρημα περί άρνησης της Ελλάδας να επιλυθεί το ζήτημα κατ' αυτόν τον τρόπο.

Αυτό το οποίο, βεβαίως, δεν αντιμετωπίζει η παραπάνω πρόταση είναι οι λοιπές τουρκικές διεκδικήσεις συμπεριλαμβανομένων των λεγομένων «γκρίζων ζωνών», τις οποίες η χώρα μας απορρίπτει ως ανυπόστατες και απαράδεκτες. Όμως, σε μία διαπραγμάτευση όπως αυτή, η μεγιστοποίηση απαιτήσεων είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Υπό αυτό το πρίσμα, το δίλημμα περί προσφυγής ή μη στην Χάγη αφορά κυρίως στο τι μπορεί να συμβεί εάν δεν προσφύγουμε, παρά το αντίθετο. Ούτως ή άλλως το κόστος της αδράνειας το γνωρίζουμε ήδη...

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v