Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Το πόρισμα Αλιβιζάτου και το σκοτεινό πρόσωπο της κρατικής βίας

Η ύπαρξη κρουσμάτων υπέρμετρης αστυνομικής βίας δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Μόνον εμείς, όμως, διεκδικούμε, τόσο επάξια, «αναγνώριση» για την ατιμωρησία αυτών των κρουσμάτων.

Το πόρισμα Αλιβιζάτου και το σκοτεινό πρόσωπο της κρατικής βίας

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Το πόρισμα της επιτροπής Αλιβιζάτου δεν είναι ιδιαίτερα μακροσκελές. Αποτελείται από μόνον 6 σελίδες ενώ το αντικείμενο που διερεύνησε η συγκεκριμένη επιτροπή, ήτοι περιστατικά αστυνομικής βίας και η διαδικασία υλοποίησης των πορισμάτων του Συνήγορου του Πολίτη επ’ αυτών, θα δικαιολογούσε πολλές περισσότερες.

Ωστόσο, από πέρυσι τον Νοέμβριο, οπότε συστάθηκε αυτή η επιτροπή, με απόφαση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχ. Χρυσοχοΐδη, υπό τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ν. Αλιβιζάτο και με αντικείμενο την παρακολούθηση της διαδικασίας υλοποίησης των συμπερασμάτων του Συνήγορου του Πολίτη επί πειθαρχικών υποθέσεων της ΕΛΑΣ, έως τις αρχές Μαΐου εφέτος, που παρέδωσε το πόρισμά της, μπόρεσε να συνεδριάσει μόνον τρεις φορές, ενώ οι έρευνές της συνάντησαν έναν τοίχο προβλημάτων και άρνησης.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, κατά τις έρευνες της επιτροπής παρατηρήθηκε απροθυμία των ανακριτικών οργάνων της ΕΛΑΣ να συνεργαστούν, μεροληψία των ανακριτικών αστυνομικών οργάνων, συστηματική καθυστέρηση στην υποβολή εγγράφων που ζητεί ο Συνήγορος του Πολίτη, μη συμμόρφωση στα πορίσματα του Συνηγόρου, πλημμελής αιτιολογία των αποφάσεων των πειθαρχικών οργάνων της ΕΛΑΣ, ιδίως στο πεδίο της έρευνας του ρατσιστικού κινήτρου, κ.ά.

Αντίστοιχα, οι εργασίες της επιτροπής συνάντησαν και πρακτικά προβλήματα, καθώς μετά την αποστρατεία μέλους της από την ΕΛΑΣ, στα γραφεία του οποίου στεγαζόταν και έβρισκε γραμματειακή υποστήριξη η συγκεκριμένη επιτροπή, παρέμεινε… «άστεγη», με αποτέλεσμα να μη συνεδριάσει ξανά.

Το κεντρικό συμπέρασμα στο οποίο κατόρθωσε να καταλήξει, ωστόσο, η Επιτροπή ήταν ότι αν και υφίστανται περιστατικά αστυνομικής βίας, τούτο δεν συνιστά αποκλειστικά ελληνική ιδιομορφία και δεν συμβαίνουν σε μεγαλύτερη έκταση από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό που είναι ωστόσο «προνόμιο» της Ελλάδας είναι πως τα περιστατικά αυτά, στην πλειονότητά τους, περνούν ατιμώρητα. Προτείνει, δε, η Επιτροπή Αλιβιζάτου μία σειρά μέτρων που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο.

Πέραν όλων αυτών, το έτερο στοιχείο που προβάλλει έντονα μέσα από τις γραμμές του πορίσματος της επιτροπής Αλιβιζάτου -το οποίο μόλις πρόσφατα κατατέθηκε στην Βουλή, με έναυσμα κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης- όσο και από τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις περί το συγκεκριμένο πόρισμα, αφορά την αδυναμία των κυριότερων πολιτικών εκπροσώπων της χώρας να αντιμετωπίσουν είτε το φαινόμενο των περιστατικών υπέρμετρης αστυνομικής βίας είτε την ανάγκη τιμωρίας τους.

Δίχως να υπεισέλθουμε στον κυκεώνα πολιτικής έριδας η οποία εκτυλίχθηκε στο κοινοβούλιο και ευρύτερα στο φως της δημοσιότητας μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρκεί ίσως να σημειώσουμε ότι εάν όντως συνιστά κόλαφο το πόρισμα της Επιτροπής Αλιβιζάτου, όπως ισχυρίζεται η Αξιωματική Αντιπολίτευση, τούτος δεν είναι μόνον για την κυβέρνηση αλλά και για την ίδια.

Και τούτο, καθώς, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε ο Συνήγορος του Πολίτη την ευθύνη διερεύνησης περιστατικών βίας και συνάντησε αντίστοιχο τοίχο άρνησης με αυτόν που αποτύπωσε στο πόρισμά της η Επιτροπή Αλιβιζάτου, κατορθώνοντας να διερευνήσει ένα πολύ μικρό ποσοστό εκ των 321 υποθέσεων που τέθηκαν υπόψη του, καθώς 269 εξ αυτών παρέμειναν σε εκκρεμότητα, 25 κρίθηκε ότι ήσαν εκτός αρμοδιότητας, 18 αρχειοθετήθηκαν και ολοκληρώθηκε η διερεύνηση μόνον 27 υποθέσεων.

Αντίστοιχα ήσαν όμως και τα αποτελέσματα της επιτροπής Αλιβιζάτου, εξ όλου αυτού του όγκου, επιλέχθηκαν αθροιστικά μόνον 20 υποθέσεις, η διερεύνηση των οποίων συνάντησε τα παραπάνω εμπόδια.

Με άλλα λόγια, από το 2016 που ανατέθηκε η έρευνα περιστατικών αστυνομικής βίας στον Συνήγορο του Πολίτη έως και τον Μάιο εφέτος, που παρέδωσε το πόρισμά της η Επιτροπή Αλιβιζάτου, ελάχιστα έχουν αλλάξει σε ό,τι αφορά στην ύπαρξη διαφάνειας στη διερεύνηση αυτών των περιστατικών ή στην αποτελεσματική τιμωρία όσων τυχόν εμπλέκονται σε αυτά.

Αυτό το γεγονός και μόνον δεν αρκεί, αφενός, για να κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι των αρχών τήρησης της τάξης και αφετέρου, έναντι των κυριοτέρων πολιτικών κομμάτων της χώρας και της αποφασιστικότητας που αυτά τρέφουν για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κατάστασης; Η κρατική βία, όσο απαραίτητη κι αν είναι, βρίσκεται υπεράνω ελέγχου;

Μόνο, ενδεχομένως, ενθαρρυντικό στοιχείο σε όλα αυτά, η διαβεβαίωση που παρείχε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη πως υιοθετήθηκε το σύνολο των προτάσεων της Επιτροπής Αλιβιζάτου (επαναφορά ατομικών διακριτικών στους αστυνομικούς, τοποθέτηση καμερών στα αστυνομικά οχήματα, προστασία μαρτύρων για όσους καταγγέλλουν τέτοια περιστατικά κ.α.).

Αρκεί, όμως;

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v