Ο κοινός παρονομαστής

Η παράδοση μιλά για αντιπαράθεση, κατά κανόνα, στείρα. Η ανάγκη, όμως, καλεί για συναίνεση. Όταν η συζήτηση αφορά το κλίμα, τότε αναγκαστικά επεκτείνεται και στις επενδύσεις και, βεβαίως, στη φορολογία. Αρκεί να υπάρχει βούληση διεξαγωγής της.

Ο κοινός παρονομαστής

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Σε μία χώρα στην οποία η εξασφάλιση διακομματικής συναίνεσης ισοδυναμεί περίπου με την εξεύρεση του «Άγιου Δισκοπότηρου», η πρόσφατη αποδοχή εκ μέρους του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη πρότασης της προέδρου του ΚΙΝΑΛ Φ. Γεννηματά, με στόχο τη συνδιαμόρφωση ενός νέου κλιματικού νόμου, συνιστά, αν όχι καινοτομία, τουλάχιστον μία ευπρόσδεκτη απόκλιση από την πεπατημένη της αντιπαράθεσης.

Αν και η πρόταση της κας Γεννηματά αφορά στο περιβάλλον, οι διεργασίες που κινούνται πέριξ αυτής θέτουν τα θεμέλια ενός κλίματος ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης, απαραίτητης για την προώθηση μειζόνων τομών πολιτικής σε θέματα που υπερβαίνουν τη θητεία οποιασδήποτε μεμονωμένης κυβέρνησης, ακριβώς όπως αυτά του κλίματος και της περιβαλλοντικής προστασίας.

Όπως αντίστοιχα, θέτουν τα θεμέλια διαμόρφωσης ενός κλίματος αποδοχής και συσπείρωσης ενός ευρύτερου αριθμού πολιτών, ο οποίος υπερβαίνει εκείνον που οποιοδήποτε κόμμα μπορεί να κινητοποιήσει μεμονωμένα, δίδοντας χαρακτήρα «εθνικής ιδιοκτησίας» επί των συνδιαμορφούμενων πολιτικών.

Σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, δηλαδή, αυτού του «πειράματος», τίθενται τα θεμέλια ενός κλίματος διαμόρφωσης μίας εθνικής στάσης επί των μειζόνων ζητημάτων τα οποία μπορούν να επηρεάσουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την πορεία του τόπου.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία που προωθεί η φιλτάτη κα Γεννηματά αφορά στη συνδιαμόρφωση ενός «Νέου Κλιματικού Νόμου» και άρα στη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής επί ενός ζητήματος στο οποίο υπάρχει ήδη ευρωπαϊκή συναίνεση, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής και πρόκειται να βρεθεί στο επίκεντρο της επερχόμενης Συνόδου των Ηνωμένων Εθνών, στη Γλασκώβη, τον προσεχή Νοέμβριο.

Συμπίπτει χρονικά, ωστόσο, με ζητήματα πολιτικής τα οποία δύνανται να καθορίσουν το μέλλον της χώρας για δεκαετίες, όπως η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω του οποίου ελπίζεται να καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό το επενδυτικό κενό από το οποίο υποφέρει η ελληνική οικονομία αλλά και να προωθηθούν μεταρρυθμίσεις απαραίτητες για την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της. Αντίστοιχη προσπάθεια για την επίτευξη κλίματος ευρύτερης συναίνεσης επ’ αυτού δεν υπήρξε ή, εντέλει, ακόμη κι αν καταβλήθηκαν προσπάθειες του είδους, είχαν μικρό αποτέλεσμα.

Συνιστά φενάκη, όμως, η εκτίμηση ότι είναι δυνατή στις ημέρες μας η αποσύνδεση των πολιτικών που αφορούν στο κλίμα και στην κλιματική αλλαγή από εκείνες που αφορούν στις επενδύσεις και στην οικονομία. Αν μη τι άλλο, τυχόν διαφορετική στάση καταδεικνύει μία μυωπική προσέγγιση επί αμφοτέρων των ζητημάτων, η οποία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε βραχύβια αποτελέσματα.

Τούτου δοθέντος και δεδομένης της σημασίας που φέρει επί οποιασδήποτε επενδυτικής προσπάθειας η ακολουθούμενη φορολογική πολιτική, είναι δυνατή η αποσύνδεσή της από αυτήν τη συζήτηση; Όσο προφανής είναι όμως η αλληλουχία επίδρασης, άλλο τόσο είναι -έως τώρα- η απουσία διάθεσης και βεβαίως κλίματος για μία τόσο ευρεία προσπάθεια συνδιαμόρφωσης πολιτικής στην Ελλάδα.

Εάν υπήρχε βούληση προς αυτή την κατεύθυνση, η φορολογική νομοθεσία δεν θα άλλαζε με ρυθμό «πολυβόλου», όπως συμβαίνει στη χώρα μας εδώ και τόσα χρόνια, στερώντας την από την αναγκαία σταθερότητα που επιζητά οποιοσδήποτε επενδυτής.

Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, εάν όντως οι κυριότεροι πολιτικοί εκπρόσωποί μας κατορθώσουν να βρουν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή για την από κοινού διαμόρφωση πολιτικής επί ζητημάτων κλίματος, ίσως καλλιεργηθεί επαρκές έδαφος για την ευδοκίμηση αντίστοιχων προσπαθειών και σε ευρύτερα ζητήματα πολιτικής. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για αλληλένδετα ζητήματα, με την πορεία του ενός να καθορίζει εκείνην των υπολοίπων.

Ν. Γ. Δρόσος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v