Η Ελλάδα το έχει δει αυτό το έργο και κατόρθωσε -με κόπους και βάσανα – έως έναν βαθμό να το ξεπεράσει. Τουλάχιστον, με μερική επιτυχία. Υπό τις παρούσες συνθήκες αβεβαιότητας, όμως, κινδυνεύει να το ξαναδεί, εάν δεν λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και βεβαίως εάν δεν την ευνοήσει η διεθνής συγκυρία.
Ο λόγος για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο σύμφωνα με μελέτη που παρουσίασε χθες το ΙΟΒΕ ανήλθε το γ’ τρίμηνο του 2025, σε συνολικούς όρους (χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές και ασφαλιστικές αρχές) σε 407,6 δισ. ευρώ ή 164% του ΑΕΠ της χώρας.
Εξ’ αυτών τα 235,6 δισ. ευρώ ή ποσοστό 58% του συνολικού ιδιωτικού χρέους αφορά οφειλές προς τις φορολογικές και ασφαλιστικές αρχές (ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ- συμπεριλαμβανομένων και φορολογικών οφειλών που θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εισπραχθούν).
Το συνολικό χρέος, δε, που αφορά αμιγώς σε δάνεια ανέρχεται σε 245 δισ. ευρώ ή περίπου 98% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ και αφορά κατά το μεγαλύτερο μέρος του επιχειρηματικά δάνεια.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αφορούν το 30% του συνόλου των δανείων που κρατούν τράπεζες και servicers ύψους 73,9 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 68 δισ. ευρώ αφορούν αποκλειστικά σε servicers.
Αυτή, όμως, είναι η εικόνα σήμερα ή τουλάχιστον, ήταν στο τέλος του Γ’ τριμήνου του προηγουμένου έτους, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή. Δηλαδή, πριν εκτοξευτούν οι τιμές της ενέργειας και πριν αρχίσει να καλπάζει εκ νέου ο πληθωρισμός. Με άλλα λόγια, σε καθεστώς σαφώς ταχύτερης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έναντι του μέσου όρου της ευρωζώνης (αύξηση ΑΕΠ 2,1% το 2025 έναντι 1,4% της ευρωζώνης).
Αν και ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας παραμένει υψηλότερος εκείνου της ευρωζώνης αναθεωρείται πλέον επί τα χείρω, ενώ παραμένει σε υψηλά επίπεδα και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που ανήλθε σε 14,1 δισ. ευρώ το 2025 ή 5,7% του ΑΕΠ έναντι 16,9 δισ. ευρώ ή 7,1% του ΑΕΠ το 2024.
Ταυτόχρονα, μειώνονται οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών ελέω πληθωρισμού και η στεγαστική κρίση παραμένει. Δεν είναι τυχαίο εξ’ άλλου, ότι η χρηματιστηριακή αγορά αποτύπωσε τις ανησυχίες περί υψηλότερου πληθωρισμού, επιτοκιακών αυξήσεων και διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών σημειώνοντας εσχάτως υποχώρηση, μετά από τις εντυπωσιακές επιδόσεις που κατέγραψε το 2025.
Τούτων όλων δοθέντων, ο κίνδυνος να ξαναδούμε το έργο του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους, που αυτή τη φορά θα αφορά σε μεγάλο ποσοστό φορολογικές και ασφαλιστικές εκκρεμότητες και όχι μόνον τραπεζικά δάνεια, ελλοχεύει.
Υπ’ αυτό το πρίσμα και δεδομένης της υπερδεκαετούς εμπειρίας της χώρας μας στο συγκεκριμένο ζήτημα η κυβέρνηση αλλά και ο τραπεζικός τομέας, η ανάκαμψη του οποίου δεν αμφισβητείται, οφείλουν να λάβουν εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα διευκολύνοντας πολίτες και επιχειρήσεις στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Προφανώς, δε, οι όποιες πενιχρές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό δεν μπορούν να αποτελέσουν σημείο επίκλησης ως τμήμα της “λύσης”.
Αν και η εύλογη “λύση” άπτεται του χρονικού ορίζοντα της παρούσας κρίσης στην Μ. Ανατολή, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης είναι σε θέση να επεξεργαστεί σχήματα αποπληρωμής, τα οποία αφενός δεν θα ενθαρρύνουν τους “στρατηγικούς κακοπληρωτές”, αφετέρου θα υποβοηθούν στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων όσων επιθυμούν να εξέλθουν της στενωπού, κατά τρόπο έντιμο και ειλικρινή. Είναι προτιμότερο δε, αυτό να γίνει πριν καταστεί σαφές ότι τα υφιστάμενα “εργαλεία” αποπληρωμών… δεν επαρκούν.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.