Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις περί υποκλοπών, η χώρα εξακολουθεί να συζητά όχι επειδή γνωρίζει τι συνέβη, αλλά επειδή εξακολουθεί να μην γνωρίζει. Και όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο τα ερωτήματα επιστρέφουν. Συχνά μάλιστα από εκεί που κανείς δεν τα περιμένει.
Αυτή τη φορά επέστρεψαν μέσω του Ταλ Ντίλιαν, ιδρυτή της Intellexa, της εταιρείας που εμπορεύεται το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.
Οι δηλώσεις του είναι σαφείς. Υποστηρίζει ότι η εταιρεία του είναι πάροχος τεχνολογίας και όχι «μισθοφόρος», ότι πουλούσε συστήματα μόνο σε κρατικές υπηρεσίες, ότι δεν λειτουργούσε η ίδια τα συστήματα αυτά και ότι δεν είχε καμία απολύτως εμπλοκή στη χρήση τους στην Ελλάδα.
Κάποιοι έσπευσαν να τον πιστέψουν. Κάποιοι άλλοι να τον απορρίψουν. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Διότι το ουσιώδες δεν είναι αν ο κ. Ντίλιαν λέει την αλήθεια ή όχι. Το ουσιώδες είναι ότι οι ισχυρισμοί του απαιτούν έλεγχο. Και μάλιστα εξαντλητικό.
Εάν όσα λέει είναι ανακριβή, αυτό πρέπει να αποδειχθεί. Εάν όσα λέει είναι ακριβή, αυτό επίσης πρέπει να αποδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να αποδειχθεί «κάτι» βάσει στοιχείων.
Διότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί με υπονοούμενα, υπαινιγμούς και αλληλοκατηγορίες. Λειτουργεί με στοιχεία.
Ακριβώς γι’ αυτό η απόφαση να μην υπάρξει νέα κοινοβουλευτική διερεύνηση της υπόθεσης μοιάζει σήμερα ακόμη πιο προβληματική από ό,τι πριν από μερικές εβδομάδες. Και μάλιστα για έναν απλό λόγο.
Η κυβέρνηση επέλεξε να απορρίψει το αίτημα για εξεταστική επιτροπή επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας, ζητήματα που αφορούν την ΕΥΠ και ευαίσθητες πτυχές της λειτουργίας του κράτους. Μόνο που εδώ αρχίζει η γνωστή ελληνική παραδοξότητα.
Διότι λίγες ημέρες νωρίτερα η ίδια πολιτεία, μέσω της εισαγγελικής κρίσης του Αρείου Πάγου, είχε ουσιαστικά καταλήξει ότι δεν προέκυπτε εμπλοκή της ΕΥΠ, ούτε υπόθεση κατασκοπείας, ούτε εκείνο το μείζον εθνικό ζήτημα που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως πιθανό σενάριο.
Με άλλα λόγια, η υπόθεση αρχειοθετείται επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά δεν μπορεί να ερευνηθεί από τη Βουλή επειδή αφορά την εθνική ασφάλεια.
Εάν αυτό δεν είναι πολιτικός και θεσμικός τραγέλαφος, τότε είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι ακριβώς θα μπορούσε να είναι.
Η αντίφαση είναι τόσο προφανής ώστε δεν χρειάζεται καν ανάλυση. Αρκεί η κοινή λογική. Η υπόθεση ή αφορά ιδιώτες και μόνο ιδιώτες ή αφορά κρατικούς μηχανισμούς και ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Δεν μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο, ανάλογα με το ποια εκδοχή εξυπηρετεί κάθε φορά την εκάστοτε πολιτική ανάγκη.
Αλλά οι αντιφάσεις δεν σταματούν εκεί.
Διότι λίγες μόλις ημέρες πριν από τη συζήτηση για την εξεταστική, ο Μάκης Βορίδης, προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί η πρόταση δεν μπορούσε να εγκριθεί χωρίς συγκεκριμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κατέληξε σε μια παραδοχή που θα έπρεπε να είχε προκαλέσει πολιτικό σεισμό.
Ουσιαστικά αναγνώρισε ότι με βάση τη σημερινή κυβερνητική ερμηνεία, η εξεταστική επιτροπή που είχε συγκροτηθεί το 2022 έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών προϋποθέσεων.
Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση όπου η ίδια η κυβέρνηση εμφανίζεται να ομολογεί είτε ότι τότε παραβιάστηκε το Σύνταγμα είτε ότι σήμερα το ερμηνεύει διαφορετικά, ανάλογα με τη συγκυρία. Δεν είναι σαφές ποια από τις δύο εκδοχές είναι πιο ανησυχητική.
Το βέβαιο είναι ότι καμία δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Στο «δια ταύτα» λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ο Ντίλιαν. Δεν είναι η Intellexa. Δεν είναι καν το Predator. Το πρόβλημα είναι ότι μια δημοκρατία που είναι βέβαιη για τις πράξεις της δεν φοβάται τη διερεύνηση. Την επιδιώκει.
Δεν φοβάται τις ερωτήσεις. Τις απαντά. Δεν αποκρούει τον έλεγχο. Τον διευκολύνει. Αυτό είναι το θεμέλιο της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Γι’ αυτό και η συζήτηση περί υποκλοπών δεν πρόκειται να τελειώσει με κοινοβουλευτικούς ελιγμούς, δικονομικές ακροβασίες ή πολιτικές διαβεβαιώσεις. Θα τελειώσει μόνον όταν δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο εδώ και χρόνια: Ποιος παρακολουθούσε ποιον, με ποια μέσα, υπό ποια εντολή και για ποιο λόγο;
Μέχρι τότε, κάθε νέα αποκάλυψη, κάθε νέα μαρτυρία και κάθε νέα δήλωση θα επαναφέρει το θέμα στην επικαιρότητα. Ούτε επειδή το επιθυμεί η αντιπολίτευση, ούτε επειδή το επιθυμούν τα «μέσα ενημέρωσης», αλλά επειδή το απαιτεί η ίδια η λογική των πραγμάτων.
Γι’ αυτό και η χώρα δεν χρειάζεται άλλες υπεκφυγές, άλλες αντιφάσεις και άλλες απόπειρες αρχειοθέτησης μιας συζήτησης που προφανώς δεν έχει κλείσει. Χρειάζεται το ακριβώς αντίθετο: Διερεύνηση, διαφάνεια και λογοδοσία.
Διότι η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την αλήθεια. Κινδυνεύει από την προσπάθεια απόκρυψής της. Και όταν ένα πολιτικό σύστημα επιμένει να κρύβει το κεφάλι του μέσα στην άμμο, δεν πείθει ότι ελέγχει την κατάσταση. Απλώς θυμίζει στρουθοκάμηλο.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.