Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Από ένα σημείο και μετά, η συζήτηση για τις εκλογές παύει να είναι πολιτική. Γίνεται πρόβλημα διοίκησης και κυβερνησιμότητας.
Όταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου έχει στραμμένο το βλέμμα του στην επόμενη -και πιθανώς στη μεθεπόμενη- κάλπη, η χώρα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, ανεξαρτήτως του αν έχουν προκηρυχθεί εκλογές ή όχι.
Οι αποφάσεις καθυστερούν, οι πρωτοβουλίες περιορίζονται, οι μεταρρυθμίσεις παγώνουν και η δημόσια συζήτηση συρρικνώνεται γύρω από το ερώτημα του ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις και ποιος θα είναι ο επόμενος συσχετισμός δυνάμεων.
Εκεί είμαστε σήμερα.
Όταν το σύνολο του πολιτικού προσωπικού σκέφτεται την επόμενη κάλπη, η χώρα παύει να κυβερνάται με ορίζοντα τετραετίας και αρχίζει να κυβερνάται με ορίζοντα δημοσκόπησης.
Η κυβέρνηση, ευλόγως, εξακολουθεί να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τυπικά έχει μπροστά της ένα χρόνο μέχρι τη λήξη της θητείας της. Στην πράξη όμως, η πολιτική ζωή έχει ήδη εισέλθει σε προεκλογική τροχιά. Υπουργοί και βουλευτές περιοδεύουν ανά την Ελλάδα, τα τηλεοπτικά πάνελ έχουν μετατραπεί σε άτυπα προεκλογικά βήματα και η δημόσια ατζέντα καταναλώνεται ολοένα και περισσότερο σε σενάρια εκλογικών συνεργασιών, διαδοχής και πολιτικών ισορροπιών.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η χώρα δεν βρίσκεται σε περίοδο πολιτικής ή οικονομικής “χαλάρωσης”. Αντίθετα, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά σοβαρών προκλήσεων.
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, καθώς σκαρφάλωσε στο 5% τον Μάιο. Το στεγαστικό πρόβλημα εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κρίσεις της εποχής. Η ακρίβεια παραμένει η βασική αγωνία των πολιτών. Η πλήρης απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων -με ορίζοντα τον Αύγουστο -και η υλοποίηση κρίσιμων έργων απαιτούν διαρκή πολιτική και διοικητική εγρήγορση.
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εντείνουν την αβεβαιότητα. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στην περιοχή θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη ισχυρότερες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα ή ακόμη και ελλείψεις καυσίμων καθώς και νέες ανατιμήσεις σε ολόκληρη την οικονομία. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την έκταση των επιπτώσεων. Όμως όλοι αντιλαμβάνονται ότι ο επόμενος χειμώνας ενδέχεται να αποδειχθεί ενεργειακά και οικονομικά βαρύς.
Σε αυτό το περιβάλλον, η παράταση μιας άτυπης προεκλογικής περιόδου μόνον ζημιά μπορεί να προκαλέσει.
Διότι όταν η πολιτική τάξη σκέφτεται αποκλειστικά την κάλπη, η διακυβέρνηση περνά σε δεύτερο πλάνο. Οι δύσκολες αποφάσεις μετατίθενται για αργότερα. Οι μεταρρυθμίσεις αναβάλλονται. Οι υπουργοί λειτουργούν περισσότερο ως υποψήφιοι παρά ως διαχειριστές κρίσεων και η χώρα αρχίζει να μοιάζει με επιβάτη που περιμένει στην αποβάθρα, χωρίς να γνωρίζει πότε ακριβώς θα αναχωρήσει το τρένο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση της θεσμικής κανονικότητας δεν αρκεί. Ναι, ένας πρωθυπουργός έχει κάθε δικαίωμα -και υποχρέωση - να εξαντλήσει την τετραετία. Υπάρχουν όμως στιγμές όπου το πολιτικά ορθό δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το πολιτικά χρήσιμο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα.
Η επιλογή της παράτασης μπορεί να προσφέρει λίγους ακόμη μήνες εξουσίας. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι προσφέρει περισσότερη κυβερνησιμότητα. Αντίθετα, ενδέχεται να εγκλωβίσει τη χώρα σε μια μακρά περίοδο πολιτικής αναμονής, ακριβώς τη στιγμή που απαιτείται διαύγεια, αποφασιστικότητα και -κατά τα φαινόμενα - ανανέωση της λαϊκής εντολής.
Εξάλλου, ακόμη και ο επικείμενος ανασχηματισμός ενισχύει αυτήν την εικόνα. Διότι όταν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από τα πρόσωπα που θα αλλάξουν υπουργείο, παρά γύρω από τις πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν, τότε ίσως το πρόβλημα να μην είναι το κυβερνητικό σχήμα αλλά ο πολιτικός κύκλος που έχει πλέον ολοκληρωθεί.
Κάθε κυβέρνηση έχει τη στιγμή της ακμής της και τη στιγμή που αρχίζει να λειτουργεί υπό το βάρος της επόμενης εκλογής. Όταν φτάσει εκείνο το σημείο, η παράταση σπανίως λύνει προβλήματα. Συνήθως τα μεγεθύνει. Γι’ αυτό, το ερώτημα δεν είναι αν οι εκλογές μπορούν να περιμένουν. Το ερώτημα είναι αν η χώρα έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Ούτως ή άλλως, όσο περισσότερο καθυστερείς μια αναμέτρηση που όλοι γνωρίζουν ότι έρχεται, τόσο περισσότερο μοιάζεις με εκείνον που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό κάτι που έχει ήδη κριθεί. Έτσι, μία ψυχή που είναι να βγει, καλύτερα να βγει νωρίτερα, παρά αργότερα.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.