Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Το χθεσινό δημοσίευμα της «Εστίας» για το υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη με την Άννα Διαμαντοπούλου και τον Μανώλη Χριστοδουλάκη διαψεύστηκε κατηγορηματικά από όλους τους εμπλεκομένους.
Δεν είναι όμως το μόνο ζητούμενο το αν το δείπνο έγινε ή όχι.
Η όποια αξία αυτής της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι έφερε στην επιφάνεια ένα θέμα το οποίο το πολιτικό μας σύστημα μοιάζει να αποφεύγει συστηματικά.
Πώς θα κυβερνηθεί η χώρα, αν οι επόμενες εκλογές δεν αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση;
Οι δημοσκοπήσεις εδώ και μήνες δείχνουν ότι το ενδεχόμενο αυτό μόνο θεωρητικό δεν είναι. Κι όμως, όποιος τολμήσει να ανοίξει δημόσια τη συζήτηση για πιθανές μετεκλογικές συνεργασίες, αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν να διαπράττει πολιτική ιεροσυλία.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση είναι απλή. Κανένα κόμμα δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ενώπιον των ψηφοφόρων του ως πρόθυμο να συνεργαστεί με έναν πολιτικό αντίπαλο. Ένας ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να αναρωτηθεί: «Ψηφίζω Νέα Δημοκρατία ή μια μελλοντική κυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ;».
Αντίστοιχα, ένας ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ μπορεί να θεωρήσει ότι η ψήφος του κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια κυβέρνηση που δεν επιθυμεί. Είναι απολύτως λογικό τα κόμματα να θέλουν να αποφύγουν αυτόν τον προβληματισμό. Η προεκλογική αντιπαράθεση απαιτεί καθαρά μηνύματα και διακριτές επιλογές.
Το πρόβλημα όμως αρχίζει την επόμενη ημέρα των εκλογών και προφανώς αφορά την κυβερνησιμότητα του τόπου.
Διότι τότε, η κάλπη παύει να είναι πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και μετατρέπεται σε πολιτική εντολή. Αν οι πολίτες δεν αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, το μήνυμα δεν είναι «συνεχίστε να αποκλείετε ο ένας τον άλλον». Είναι «βρείτε τρόπο να κυβερνηθεί η χώρα».
Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται η πολιτική ωριμότητα ενός συστήματος.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις κυβερνήσεις συνεργασίας περίπου ως πολιτική αποτυχία. Σαν κάτι που συμβαίνει επειδή απέτυχαν όλοι οι άλλοι στόχοι. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, όμως, η συνεργασία δεν αποτελεί ήττα. Αποτελεί έναν από τους τρόπους με τους οποίους η δημοκρατία μετατρέπει έναν κατακερματισμένο εκλογικό συσχετισμό σε αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Η αυτοδυναμία είναι πολιτική επιδίωξη. Η κυβερνησιμότητα, όμως, είναι θεσμική υποχρέωση.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει επισημάνει πολλές φορές ότι η σταθερότητα και η κυβερνησιμότητα δεν είναι τεχνικές έννοιες. Είναι θεμελιώδεις προϋποθέσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Δεν πρόκειται για προτροπή υπέρ οποιασδήποτε συγκεκριμένης συνεργασίας. Είναι υπενθύμιση ότι οι δημοκρατίες οφείλουν να μπορούν να παράγουν κυβερνήσεις, ακόμη και όταν η λαϊκή ετυμηγορία δεν προσφέρει εύκολες αριθμητικές λύσεις.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών. Όχι μόνο ποιο κόμμα θα κόψει πρώτο το νήμα. Σύμφωνα με τις έως τώρα δημοσκοπήσεις αυτό είναι «λυμένο».
Κυριότερα, υπό το φως της σημερινής τοξικότητας που χαρακτηρίζει τον δημόσιο διάλογο, είναι εάν το πολιτικό μας σύστημα έχει ενηλικιωθεί αρκετά ώστε να αποδεχθεί ότι η Δημοκρατία δεν τελειώνει το βράδυ της κάλπης.
Η διακυβέρνηση απαιτεί κάτι περισσότερο από προεκλογικά συνθήματα. Απαιτεί πολιτική ευθύνη, θεσμική ωριμότητα και την ικανότητα να μετατρέπεται η λαϊκή ετυμηγορία σε σταθερή κυβέρνηση.
Γιατί η κάλπη δεν απονέμει μόνο νικητές και ηττημένους. Απονέμει και ευθύνες. Και η πρώτη από αυτές είναι να μη μείνει η χώρα ακυβέρνητη επειδή το πολιτικό σύστημα δεν τόλμησε να συζητήσει εγκαίρως αυτό που όλοι γνώριζαν ότι μπορεί να συμβεί.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.