Αυτή η εβδομάδα σηματοδοτεί το μέσο της ενδιάμεσης συμφωνίας που υπέγραψαν τον περασμένο μήνα οι ΗΠΑ και το Ιράν για την παράταση της εκεχειρίας κατά 60 ημέρες και –κάτι που είναι κρίσιμης σημασίας για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ- το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Η ελπίδα ήταν πως μέχρι την τριακοστή ημέρα, η οποία ήταν την Τετάρτη, οι νάρκες θα είχαν απομακρυνθεί από τη θαλάσσια οδό και η ναυτιλία θα επέστρεφε στα προπολεμικά της επίπεδα, χωρίς διόδια.
Αντ’ αυτού, μετά από ημέρες εκατέρωθεν πληγμάτων, το Ιράν ανακοίνωσε το Σαββατοκύριακο πως για μια ακόμα φορά κλείνει πλήρως τα Στενά. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είπε τότε πως θα επιβάλλει εκ νέου τον ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια που είχε άρει μετά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης (σ.τ.μ.: οι αμερικανικές δυνάμεις επέβαλλαν εκ νέου ναυτικό αποκλεισμό τα ξημερώματα της Τετάρτης).
Ενοχλημένος από την αδυναμία του να επιβάλλει τη θέλησή του στο Ιράν, ο Τραμπ επέμεινε τη Δευτέρα πως οι ΗΠΑ θα χρεώνουν τέλος 20% στα εμπορεύματα που διαπλέουν τα Στενά, στη συνέχεια όμως ανακάλεσε το σχέδιό του.
Όλα αυτά θα ήταν μια φαρσοκωμωδία αν δεν ήταν τόσο σοβαρά. Όσο περισσότερο παραμένει αποκλεισμένη η ναυτιλία από τα Στενά, τόσο θα αυξάνεται ο πόνος για την παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα για τους φτωχότερους εισαγωγείς ενέργειας.
Πριν τον πόλεμο, το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και αερίου περνούσε από αυτή τη στενή θαλάσσια δίοδο, όπως επίσης πετροχημικά, ήλιο και πρώτες ύλες λιπασμάτων. Όσο περισσότερο πολεμούν οι ΗΠΑ και το Ιράν για τον έλεγχο των Στενών, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ο κύκλος κλιμάκωσης να βυθίσει την περιοχή ξανά σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.
Το τέλμα υπογραμμίζει για μια ακόμα φορά την ανοησία του πολέμου που εξαπέλυσε ο Τραμπ ενάντια στις συμβουλές πολλών συμμάχων του και χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τον εχθρό του. Μια κρίση που κατασκεύασε ο ίδιος ο Τραμπ έχει αφήσει την Τεχεράνη με έναν μοχλό πίεσης στα Στενά, τα οποία το Ιράν δεν είχε ποτέ κλείσει στο παρελθόν.
Έχει επίσης οδηγήσει στην άνοδο μιας πιο πολεμοχαρούς ηγεσίας, η οποία έχει αποθρασυνθεί από την ικανότητά της να αντέχει τους αμερικανο-ισραηλινούς βομβαρδισμούς και να αυξάνει το κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Το ισλαμικό καθεστώς είναι αποφασισμένο να μην παραδώσει τον έλεγχο της θαλάσσιας διόδου. Και παρά την επιμονή του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ μπορούν να ξανανοίξουν τα Στενά, δεν υπάρχει πιθανότητα η ναυτιλία να επιστρέψει σε οποιασδήποτε μορφής κανονικότητα όσο το Ιράν επιτίθεται στα πλοία.
Η Τεχεράνη παρατραβάει απερίσκεπτα το σκοινί. Στο Μνημόνιο δεσμεύονταν να «προβεί σε διευθετήσεις καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων». Αντ’ αυτού, επιτίθεται σε πλοία καθημερινά.
Παρά την προκλητικότητά της, η ισλαμική δημοκρατία υφίσταται καταστροφικά πλήγματα στον πόλεμο και η οικονομία της βρίσκεται σε κρίση, με τον πληθωρισμό να έχει εκτιναχθεί στο περίπου 90%. Όσο πιο πολύ θυμώνει ο Τραμπ, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να ξεσπάσει στοχεύοντας κρίσιμες μη στρατιωτικές υποδομές, όπως έχει απειλήσει.
Υπάρχει ακόμα μια οδός διαφυγής. Το Μνημόνιο έχει δεχθεί έντονη κριτική, αλλά πρόσφερε μια εναλλακτική σε έναν ατέρμονο πόλεμο και ποτέ δεν προοριζόταν να είναι μια τελική συμφωνία.
Ήταν σχεδιασμένο να καλλιεργήσει ένα κλίμα αποκλιμάκωσης ώστε να επιτραπούν οι συνομιλίες για μια τελική διευθέτηση, συμπεριλαμβανομένου και του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Έδωσε και στις δυο πλευρές ένα κίνητρο να ακολουθήσουν μια διπλωματική οδό.
Για τον Τραμπ, η επανεκκίνηση της κυκλοφορίας μέσω των Στενών θα άρχιζε τουλάχιστον να αμβλύνει την παγκόσμια ενεργειακή ασφυξία. Για το Ιράν, θα άρχιζε να «ξεκλειδώνει» δισεκατομμύρια δολάρια «παγωμένων» κεφαλαίων. Η σημαντική ελάφρυνση των κυρώσεων που επιθυμεί η Τεχεράνη θα ερχόταν μόνο με μια τελική συμφωνία.
Η μάχη για τα Στενά έχει ανατρέψει αυτή τη διαδικασία. Ένα βασικό πρόβλημα είναι πως το Ιράν ερμηνεύει τη γλώσσα του Μνημονίου ως να του δίνει το δικαίωμα να διατηρήσει τον έλεγχο της θαλάσσιας διόδου.
Οι ΗΠΑ, εν τω μεταξύ, έχουν ενθαρρύνει τα πλοία να αποφεύγουν τα ιρανικά ύδατα και να χρησιμοποιούν μια διαδρομή κατά μήκος των ακτών του Ομάν, αποδυναμώνοντας την επιρροή της Τεχεράνης.
Αν δεν επιλυθεί αυτή η διαφορά, ο δρόμος προς ένα διπλωματικό τέλος του πολέμου παραμένει κλειστός. Ο μόνος τρόπος για να αρθεί το αδιέξοδο είναι τα εμπόλεμα μέρη να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να εργαστούν με μεσολαβητές για ένα modus vivendi για τα Στενά.
Διαφορετικά, θα παραμείνουν εγκλωβισμένα σε ένα θανατηφόρο παιχνίδι ακροσφαλούς πολιτικής που καμιά από τις δυο πλευρές δεν μπορεί να κερδίσει.
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation