Ο Peter Oppenheimer είναι chief global equity strategist της Goldman Sachs
Τα πρόσφατα στατιστικά δεδομένα για την οικονομία είναι μάλλον υποτονικά, αλλά πολλά χρηματιστήρια, μεταξύ των οποίων στις ΗΠΑ και στη Γερμανία, ανήλθαν πριν από λίγο καιρό σε επίπεδα ρεκόρ. Αυτή η φαινομενική απόκλιση δεν είναι τόσο «παρανοϊκή» όσο ίσως δείχνει.
Πρώτον, σε μεγάλο βαθμό η πρόσφατη αδυναμία στην οικονομική δραστηριότητα ενδεχομένως θα είναι προσωρινή και οι πιθανότητες να έλθει ανάκαμψη στην συνέχεια του έτους είναι αρκετές. Ακόμη και στην ευρωζώνη, οι οικονομικές συνθήκες δεν θα είναι τόσο κακές στο δεύτερο εξάμηνο του έτους και τον επόμενο χρόνο, καθώς θα «καθοδηγεί» η ανάκαμψη στη Γερμανία. Και μολονότι η Ευρώπη μπορεί να μη συνεισφέρει πολλά στην παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη, σίγουρα θα ευνοηθεί από αυτήν.
Δεύτερον, ο παγκόσμιος πληθωρισμός παραμένει υπό έλεγχο και πιθανότατα θα υποχωρήσει σε ορισμένες χώρες. Είναι αλήθεια ότι τελευταία έχουν προκύψει φόβοι για επιβράδυνση της «ποσοτικής χαλάρωσης», αλλά η συνακόλουθη αύξηση στα yields συμβαίνει κατά κύριο λόγο στα πραγματικά yields, αφού οι προοπτικές για τον πληθωρισμό παραμένουν ελεγχόμενες. Πρόκειται για μια ήπια μορφή συσχετισμών, όπου τα υψηλότερα yields των ομολόγων μπορούν να συνυπάρχουν με δυναμικά χρηματιστήρια.
Τρίτον, οι χαμηλότερες πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζουν να προσφέρουν την κάλυψη που χρειάζεται για τη διατήρηση της διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής. Κι αυτό από τη μία βοηθά τις συνθήκες βελτίωσης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και από την άλλη στηρίζει τις πραγματικές τιμές ενεργητικών.
Τέταρτον, ενώ οι τιμές των μετοχών έχουν ανακάμψει δυναμικά μετά την κρίση, οι αποτιμήσεις σε γενικές γραμμές δείχνουν λογικές, ειδικά αν συνυπολογίσουμε τα χαμηλά επιτόκια και το χάσμα ανάμεσα στις «προμήθειες-κινδύνους» των μετοχών και των υπόλοιπων επενδυτικών ενεργητικών (που σε πολλές περιπτώσεις έχουν διολισθήσει σε χαμηλά ρεκόρ).
Πέμπτον, τα επίπεδα όπου κινούνται τα χρηματιστήρια σε σχέση με προηγούμενα υψηλά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Ο βρετανικός δείκτης FTSE 100, για παράδειγμα, βρίσκεται κοντά στα ιστορικά υψηλά του, αλλά και πάλι κινείται 6% χαμηλότερα από το επίπεδο του 1999. Προσαρμοσμένος στον πληθωρισμό, ο δείκτης παραμένει 31% χαμηλότερα από το ζενίθ του, που εκδηλώθηκε 14 χρόνια πριν.
Η σταδιακή άνοδος των ριψοκίνδυνων ενεργητικών πιθανότατα θα συνεχιστεί καθώς οι προμήθειες κινδύνου θα μειώνονται περαιτέρω και τα εταιρικά κέρδη και μερίσματα θα αυξάνονται στον απόηχο της βελτίωσης του παγκόσμιου οικονομικού κύκλου.
Τι θα πρέπει να αγοράσουν, τότε, οι επενδυτές;
Μέχρι στιγμής, στο έτος, πολλές από τις μετοχές που ηγούνται της χρηματιστηριακής ανόδου ανήκαν στις λιγότερο ευαίσθητες στον οικονομικό κύκλο εταιρίες. Αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τον συνδυασμό της σπανιότητάς τους και της αβεβαιότητας. Δύο είναι τα «ελκυστικά» χαρακτηριστικά επενδύσεων που σπανίζουν αυτήν την περίοδο: το έσοδο από μέρισμα και η ανάπτυξη. Τα έσοδα είναι δύσκολο να βρεθούν σε έναν κόσμο που διψάει για απόδοση και αυτό δεν θα αλλάξει σύντομα.
Στις ΗΠΑ, οι μετοχές με την καλύτερη μερισματική απόδοση έχουν καλύτερη πορεία (outperform) σε σχέση με την ευρύτερη αγορά επί πολλούς μήνες, καθώς τα yields των ομολόγων έχουν πέσει. Οι επενδυτές που ψάχνουν για απόδοση σταδιακά ανεβαίνουν στην καμπύλη της επικινδυνότητας.
Στην Ευρώπη, η εικόνα είναι ακόμη πιο περίπλοκη, δεδομένου ότι κυριαρχούν οι εταιρίες που παρουσιάζουν διαρθρωτικές προκλήσεις και θεωρούνται παγίδες απόδοσης επειδή δείχνουν να προσφέρουν υψηλό εισόδημα, που μετά εξανεμίζεται όταν υποχρεωθούν να μειώσουν ή να καταργήσουν τα μερίσματα. Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική της εύρεσης εταιριών με υψηλότερες αποδόσεις που μπορούν να αυξήσουν τα μερίσματά τους έχει αποδώσει καλά και αναμένεται να συνεχίσει έτσι.
Εν τω μεταξύ, η αναζήτηση της ανάπτυξης προκαλεί ακόμη περισσότερα προβλήματα. Μέχρι στιγμής, ο μόνος τύπος ανάπτυξης για τον οποίο οι επενδυτές πληρώνουν προμήθεια (premium) είναι για ορατή υψηλή ανάπτυξη πωλήσεων, και όχι για ανάπτυξη κερδών. Εξ ου και η εύρωστη εμφάνιση και οι αποτιμήσεις των premium σε πολλούς αμυντικούς κλάδους, όπως τα πρώτης ανάγκης καταναλωτικά αγαθά.
Οι εταιρίες με μεγαλύτερη ανάπτυξη κερδών, έχουν σε γενικές γραμμές καλή εμφάνιση, αλλά δεν προσελκύουν προμήθειες για τις αποτιμήσεις τους. Είναι κάτι λογικό σε έναν αβέβαιο κόσμο, όπου οι επενδυτικοί ορίζοντες συρρικνώνονται. Οι επενδυτές πληρώνουν για ό,τι μπορούν να δουν και όχι για ό,τι ελπίζουν ότι μπορεί να γίνει.
Αλλά καθώς οι προμήθειες κινδύνου μειώνονται και οι προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης βελτιώνονται, το premium που δίνεται σήμερα για σταθερή και ορατή ανώτερη ανάπτυξη μοιάζει σε πολλές περιπτώσεις πολύ υψηλό. Οι προτιμήσεις ίσως στραφούν προς πιο κυκλικές εταιρίες, που μπορούν να αναπτύξουν τα κέρδη τους, βελτιώνοντας τα περιθώρια κέρδους.
Παράλληλα, θα δούμε και μεταστροφή με βάση τη γεωγραφία. Η Ευρώπη και η Ασία ίσως έχον περισσότερα περιθώρια να προλάβουν τις ΗΠΑ όσον αφορά τις αποδόσεις, καθώς τα περιθώρια κέρδους θα ανακάμπτουν από τα κυκλικά χαμηλά, παρά την επιδείνωση στις οικονομικές προοπτικές τους.
Στην Ευρώπη, η ανώτερη εμφάνιση (outperformance) της ελβετικής αγοράς -καθιερωμένη αγορά, με αναπτυξιακές εταιρίες σταθερά ανώτερης εμφάνισης- ήταν κατανοητή όταν οι προμήθειες κινδύνου ανέβαιναν κατακόρυφα, αλλά η συνεχιζόμενη καλύτερη πορεία παρά τον περιορισμό των προμηθειών κινδύνου, το τελευταίο 9μηνο, δείχνει παρατραβηγμένη.
Συνιστούμε μείωση του ανοίγματος στην ελβετική αγορά και αύξηση των σταθμίσεων στον FTSE 100, καθώς η Βρετανία επιτέλους θα ανακάμψει και πολλές εταιρίες θα ευνοηθούν από την υψηλότερη ανάπτυξη σε άλλες χώρες.
* To Εuro2day.gr ενθαρρύνει τον διάλογο και την έκφραση απόψεων από τους αναγνώστες. Σχολιάστε το άρθρο και πείτε την άποψή σας δημόσια για όσα συμβαίνουν και μας αφορούν όλους. Αν θεωρείτε το άρθρο σημαντικό, διαδώστε το με τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης.
© The Financial Times Limited 2013. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation