Ποια είναι τα όρια της πτώσης του ευρώ

Τι κρύβει η διαρκής υποχώρηση του ευρωπαϊκού νομίσματος τους τελευταίους μήνες. Τα σενάρια για Grexit και η δυναμική της οικονομίας. Πόσο πιθανή είναι μια... ανάποδη κίνηση στην επιβεβαίωση των προσδοκιών. Γράφει ο Κ. Μαράτος.

  • του Κωνσταντίνου Μαράτου*
Ποια είναι τα όρια της πτώσης του ευρώ

Η αγορά συναλλάγματος παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέσεις με άλλες αγορές όπως αυτές των μετοχών και των ομολόγων. Η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι τα νομίσματα δεν είναι διαπραγματεύσιμα αυτόνομα αλλά σε ζεύγη - ένα νόμισμα σε σχέση με ένα δεύτερο.

Το νόμισμα αντανακλά την υγεία και την ευρωστία μιας οικονομίας, χωρίς όμως να μετρά κάποιο συγκεκριμένο μέγεθος.

Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν την αγορά νομισμάτων ιδιαίτερα δύσκολη στο να προβλεφθεί και συχνά οδηγούν στο φαινόμενο την ίδια στιγμή διαφορετικές τράπεζες να έχουν διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις για τη δίκαιη αξία μιας ισοτιμίας.

Το ευρώ έχει σημειώσει σημαντική υποχώρηση έναντι του δολαρίου υποχωρώντας από επίπεδο υψηλότερο του 1,39 το Μάρτιο του 2014 χαμηλότερα του 1,19 στις αρχές Ιανουαρίου.

Αναμφισβήτητα μια τέτοια υποχώρηση είναι ασυνήθιστη και σημαντικότατη. Αρχικά η διολίσθηση προκλήθηκε από τις διαφορετικές πορείες της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας όπως αυτές αποτυπώνονται από τους μακροοικονομικούς δείκτες αλλά και από τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών στο πεδίο των επιτοκίων. Άλλωστε τα επιτόκια είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την ελκυστικότητα ενός νομίσματος. Τα πρόσφατα δημοσιεύματα για πιθανή ελληνική έξοδο (Grexit) από την ευρωζώνη οδήγησαν την ισοτιμία ακόμα χαμηλότερα κι η κίνηση πιθανότατα να μην έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

Το ερώτημα για την περαιτέρω πορεία της ισοτιμίας και την επίπτωση που θα έχει πιθανή ελληνική έξοδος από το ευρώ στην ισοτιμία απασχολεί τους επενδυτές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σαφώς κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει αλάθητο στην πρόβλεψη ισοτιμιών. Άλλωστε η πορεία της σε μεγάλο βαθμό θα καθορισθεί όχι μόνο από τις εξελίξεις αυτές καθεαυτές αλλά -ίσως περισσότερο- κι από τον ακριβή χρόνο και τον τρόπο που θα συμβούν. Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ορισμένες παραμέτρους που θα επηρρεάσουν την πορεία της ισοτιμίας.

Το πρώτο που χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι θα πρέπει να έχουμε μια δυναμική και όχι στατική θεώρηση της ισοτιμίας. Και μπορεί η ισοτιμία σήμερα να είναι στο 1,18, αλλά προ 9μήνου ήταν στο 1,39.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι αγορές νομισμάτων λειτουργούν προεξοφλητικά. Είναι αρκετά πιθανό ότι στα τρέχοντα επίπεδα η ισοτιμία έχει προεξοφλήσει σημαντικό τμήμα των πιθανών αρνητικών εξελίξεων στην ευρωζώνη.

Η μελλοντική πορεία της ισοτιμίας θα καθορισθεί περισσότερο από τις αλλαγές στις πιθανότητες των αρνητικών αυτών σεναρίων παρά από τις εξελίξεις αυτές καθεαυτές. Είναι μάλιστα συχνό φαινόμενο στις αγορές η επιβεβαίωση μιας προσδοκίας να δημιουργεί ανάποδη κίνηση. Αυτό συμβαίνει όταν η εξέλιξη αυτή είναι σχεδόν πλήρως προεξοφλημένη.

Στο παράδειγμά μας, μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε άνοδο της ισοτιμίας του. Αυτό έχει να κάνει τόσο με το βαθμό στον οποίο οι αγορές έχουν προεξοφλήσει μια τέτοια εξέλιξη όσο και με τη διαχείριση από τις ευρωπαϊκές αρχές – και κυρίως την ΕΚΤ – ενός τέτοιου γεγονότος.

Εάν η διαχείριση μιας κρίσης αναδείξει την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμών και την προσήλωσή τους στους μακροοικονομικούς στόχους, δεν αποκλείεται να παρατηρηθεί ανατίμηση του ευρώ.

Τέλος, ένα ακόμα σημαντικότατο στοιχείο που δεν πρέπει να παραβλέπουμε είναι ότι οι ισοτιμίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ελκυστικότητα των εξαγωγών κάθε οικονομίας. Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία, η διολίσθηση του ευρώ ενισχύει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές καθώς τις καθιστά φθηνότερες, αλλά ταυτόχρονα έχει αρνητική επίδραση στην ελκυστικότητα των ξένων (αμερικανικών, ιαπωνικών κ.λπ.) ανταγωνιστικών προϊόντων. Καμία από τις κυβερνήσεις των ισχυρών οικονομιών δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί μια συνεχή ανατίμηση του νομίσματός της.

Τα παραπάνω σημεία είναι τα σημαντικότερα, αλλά όχι τα μόνα (δεν έχουμε αναφερθεί σε κινήσεις των κεντρικών τραπεζών, σε εμπορικές ροές, σττις τιμές των προϊόντων όπως το πετρέλαιο και των μετάλλων κ.ά.) που θα πρέπει κανείς να έχει υπόψη του όταν εξετάζει μια συναλλαγματική ισοτιμία.

Κι όσο κι αν το μέγεθος και ο ακριβής χρόνος της μεταβολής μιας ισοτιμίας είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί, θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι ορισμένες φορές είναι πιθανόν μια ισοτιμία να κινηθεί αντίθετα από την κατεύθυνση που υπαγορεύουν οι οικονομικές εξελίξεις.

 

* Ο Κωνσταντίνος Μ. Μαράτος, CFA, είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται ως ανώτατο τραπεζικό στέλεχος στο Λονδίνο. Οι απόψεις είναι προσωπικές.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v