Για πρώτη φορά κυβέρνηση και πολιτικοί αρχηγοί έθεσαν απολειστικά στο επίκεντρο των τοποθετήσεων τους τα θέματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Αυτό συνέβει στην έναρξη των εργασιών της Πρώτης συνάντησης των Αθηνών για τις Ευρωπαϊκές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που διοργάνωσε η ΓΣΕΒΕΕ και το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση.
Σε αυτή ο Αν. Υπουργός Οικονομικών, κ. Τρ. Αλεξιάδης και ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Ι. Πλακιωτάκης, η Επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και Πρόεδρος τους ΠΑΣΟΚ, κα Φ. Γεννηματά και ο Επικεφαλής «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ», κ. Στ. Θεοδωράκης ανέπτυξαν τις θέσεις τους για τις μικρομεσαίες επιχειρ΄σηεις και το ρόλο τους στο ξεπέρασμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης.
Στην έναρξη των εργασιών της διήμερης συνάντησης των Αθηνών ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθάς, τόνισε ότι είναι η πρώτη φορά που διοργανώνεται ανάλογο συνέδριο με συμμετοχές εκπροσώπων από τις ΜμΕ από αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και από εκπροσώπους προερχόμενους τόσο από Ευρωπαϊκούς όσο και από Διεθνείς θεσμούς.
Παράλληλα είναι και ένα πρώτο βήμα σε μια προσπάθεια για την καθιέρωση ενός μόνιμου βήματος ανταλλαγής απόψεων και κυρίως για το συντονισμό των προσπαθειών των εκπροσώπων των Ευρωπαϊκών ΜμΕ πάνω σε μια σειρά ζητημάτων, όπως είναι η απασχόληση, η καινοτομία, η χρηματοδότηση αλλά και η προσπάθεια συνεργασιών μεταξύ των ίδιων των ΜμΕ σε επιχειρηματικό επίπεδο.
Τα τελευταία 7 χρόνια, συνέχισε ο κ. Καββαθάς, η ελληνική οικονομία απώλεσε πάνω από το 1 / 4 του ΑΕΠ, γεγονός πρωτοφανές για μία οικονομία σε ειρηνική περίοδο, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα πάνω από 200.000 επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν. Για πολλούς από τους συναδέλφους μας, οι οποίοι δεν είναι πλέον ενεργοί, το δράμα δεν σταμάτησε με το κλείσιμο της επιχείρησής τους.
Αρκετοί από αυτούς έχουν βρεθεί σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, αναζητώντας την καθημερινή τους τροφή σε συσσίτια και φιλανθρωπίες. Την ίδια στιγμή τα ονόματά τους και οι επωνυμίες των επιχειρήσεών τους περιλαμβάνονται στους καταλόγους και στις λίστες των οφειλετών του δημοσίου, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των τραπεζών. Για την ΓΣΕΒΕΕ η χρονιά που τελειώνει υπήρξε μια χρονιά διάψευσης των προσδοκιών αλλά και βίαιης ανατροπής των προτεραιοτήτων. Έτσι, μετά από τα πρώτα δύο Μνημόνια, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία Τρίτη Συμφωνία με ένα Τρίτο Μνημόνιο.
Με μια σημαντική διαφορά: αυτή τη φορά η καθημαγμένη και βαριά πληγωμένη ελληνική οικονομία, δεν έχει πλέον τις ίδιες αντοχές και τα ίδια περιθώρια ανάκαμψης. Αυτός είναι και ένας λόγος παραπάνω που καθιστά τις θέσεις και τα αιτήματα της ΓΣΕΒΕΕ, όχι μόνο διαχρονικά αλλά και επίκαιρα.
Απλώς αυτή τη φορά, και όντας περισσότερο υποψιασμένοι σε σύγκριση με το παρελθόν, οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη την ανατροπή των προτεραιοτήτων ώστε να μετριάζουμε τις υποσχέσεις που κάθε φορά μας δίνονται.
Κάθε εγχείρημα, υπογράμμισε ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας με στόχο την ανάκαμψή της, εξουδετερώθηκε εντελώς από την ιδιαίτερα βιαστική και βίαιη πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η ΓΣΕΒΕΕ είχε ήδη από το 2010 προτείνει στην τότε κυβέρνηση αλλά και στους εκπροσώπους των θεσμών, την επταετή διάρκεια αντί της τριετούς για την επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Ο κίνδυνος για μια ακόμη φορά, να εξουδετερωθούν οι όποιες προσπάθειες για ανάκαμψη της οικονομίας εξαιτίας των αυστηρών στόχων της δημοσιονομικής πολιτικής, είναι για μια ακόμα φορά υπαρκτός. Η παρατήρηση αυτή είναι προφανής, για όποιον έχει διαβάσει προσεκτικά τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην Τρίτη Συμφωνία. Και ιδιαίτερα σε μία οικονομία, η οποία έχει ήδη υπερφορολογηθεί, στην οποία δηλαδή τα φορολογικά βάρη έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τη φοροδοτική ικανότητα των ελλήνων πολιτών. Από την άλλη μεριά και την ίδια στιγμή τα έσοδα από το λαθρεμπόριο καυσίμων και προϊόντων καπνού εξακολουθούν να διαφεύγουν.
Το «γιατρικό» για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν είναι η αύξηση των συντελεστών στους έμμεσους – όπως ο ΦΠΑ – και στους άμεσους φόρους. Αντίθετα, η εμπειρία έχει δείξει και αυτό έχει αποτυπωθεί σε έρευνες που έχουν διενεργηθεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το πιο αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι ένα απλό, πάγια και δίκαιο φορολογικό σύστημα καθώς και η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Για όσο χρονικό διάστημα, επεσήμανε ο κ. Καββαθάς, η φορολογική νομοθεσία στην Ελλάδα θα καταλαμβάνει την έκταση μιας 20τομης εγκυκλοπαίδειας, αφού εκτείνεται σε 11.500 σελίδες, στοιχείο που καθιστά απαραίτητη τη συχνή φυσική επαφή του φορολογούμενου με τη φορολογική διοίκηση, με άλλα λόγια για όσο χρονικό διάστημα το φορολογικό σύστημα αντιμετωπίζει τον φορολογούμενο ως δυνάμει ένοχο, ο φορολογούμενος θα σκαρφίζεται τεχνάσματα ώστε να μετατρέπει τη φοροδιαφυγή σε «νόμιμη» φοροαποφυγή.
Το τελευταίο δίμηνο οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και των εταίρων εστιάστηκαν κυρίως, εάν όχι αποκλειστικά στην επίλυση του προβλήματος της ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Η επίτευξη αυτού του στόχου – και ανεξάρτητα από τις παράπλευρες απώλειες ως προς τα ζητήματα των «κόκκινων» στεγαστικών αλλά οσονούπω επιχειρηματικών δανείων – η επίτευξη αυτού του στόχου δεν επιλύει ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές ΜμΕ, που δεν είναι άλλο από το πρόβλημα της ρευστότητας και πιο συγκεκριμένα το πρόβλημα της πρόσβασης των ΜμΕ στη χρηματοδότηση τόσο των επενδυτικών τους σχεδίων όσο και των αναγκών τους για κεφάλαια κίνησης.
Έχει γίνει πλέον πασίδηλο, ότι η ανάπτυξη μικρο-χρηματοδοτικών εργαλείων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες των ΜμΕ αποτελεί αδήριτη ανάγκη.
Μάλιστα, η θεσμοθέτηση και κυρίως η λειτουργία ενός χρηματοδοτικού φορέα που θα συγκεντρώνει όλα αυτά τα μικρο-χρηματοδοτικά εργαλεία και θα είναι ανεξάρτητος από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, είναι ζήτημα άμεσης προτεραιότητας.