Το ισχυρό story τραπεζών και οι δύο απειλές

«Λαμπερό» το story τραπεζών για τη φετινή χρονιά, χάρη σε ισχυρή πιστωτική επέκταση, EPS growth και μερισματική απόδοση. Πώς και πόσο απειλείται από ενδεχόμενη μείωση επιτοκίων και πολιτική αβεβαιότητα. Πίεση και για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Το ισχυρό story τραπεζών και οι δύο απειλές

Με το… δεξί ξεκίνησαν τη χρονιά στο ταμπλό οι εγχώριες συστημικές τράπεζες, πιθανή ένδειξη ότι το επενδυτικό τους αφήγημα (story) παραμένει θελκτικό, διατηρώντας τις μετοχές τους μεταξύ όσων κερδίζουν μερίδιο στις νέες κατανομές θεσμικών κεφαλαίων, που παραδοσιακά διενεργούνται, κατά τις πρώτες συνεδριάσεις του Γενάρη.

Με εκτιμώμενο EPS growth της τάξης του 10% κατά την τριετία 2026-28, μέση (εκτιμώμενη) μερισματική απόδοση της τάξης του 5% με 7% και διαπραγματευόμενες σε υπολογίσιμο discount, έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών τίτλων, έχουν περιθώρια υψηλών αποδόσεων και το 2026. Δεν είναι τυχαίο ότι η JP Morgan στη στρατηγική της για το 2026 διατηρεί την Ελλάδα στις κορυφαίες επιλογές CEEMEA και τοποθετεί την Πειραιώς στα top picks.

Ο ισχυρότερος, πανευρωπαϊκά, ρυθμός πιστωτικής επέκτασης παραμένει ο βασικός άξονας του αφηγήματός τους. Σε αντίθεση, όμως, με τις προηγούμενες χρονιές, δεν αναδεικνύεται ως ο απόλυτος «πρωταγωνιστής» καθώς τα επικαιροποιημένα business plans τριετίας/τετραετίας επικεντρώνονται στην αύξηση των μη επιτοκιακών εσόδων σε βάθος τριετίας.

Η παραπάνω διαφοροποίηση αποτυπώνεται στις κινήσεις M&A και εσωτερικών αναδιαρθρώσεων, που έχουν ολοκληρωθεί ή δρομολογηθεί (εξαγορές ασφαλιστικών, αναδιάταξη τμημάτων Private Banking κ.ά.) καθώς και στα εγχειρήματα αναδιοργάνωσης του δικτύου λιανικής, ώστε να αναλάβει σταδιακά πωλησιακό/συμβουλευτικό ρόλο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα business plans προβλέπουν για φέτος αύξηση των ενήμερων δανείων με ρυθμό υψηλότερο του 8%, μετά από μια χρονιά (σ.σ. 2025) κατά τη διάρκεια της οποίας ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης ξεπέρασε το 10%, συνυπολογιζόμενης της χρηματοδότησης για την παραχώρηση Εγνατίας Οδού.

Χάρη στη διεύρυνση της «πίτας» ενήμερων δανείων και στην ολοκλήρωση της ανατιμολόγησης (προθεσμιακών) καταθέσεων οι τράπεζες αναμένουν φέτος αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, αν το επιτόκιο παρέμβασης παραμείνει σταθερό, η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, αθροιστικά για τις συστημικές τράπεζες, θα διαμορφωθεί φέτος στα επίπεδα των 150 εκατ. ευρώ.

Η ΕΚΤ κρίνει το ύψος των καθαρών εσόδων από τόκους

Στον αντίποδα, ενδεχόμενη μείωση επιτοκίων κατά 25 μ.β. από την ΕΚΤ θα επιφέρει μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους της τάξης των 200 εκατ. ευρώ, αθροιστικά για τις τέσσερις, εφόσον διενεργηθεί ως τον Μάρτιο. Προς το παρόν, η φρασεολογία Λαγκάρντ και η εξέλιξη πληθωρισμού/οικονομικών δεικτών στις βασικές ευρωπαϊκές οικονομίες δεν οδηγούν σε ανατροπή του consensus για αμετάβλητα επιτόκια. Εξ ου και το Euribor τριμήνου κινείται σταθερά σε επίπεδα οριακά υψηλότερα του 2%.

Αν, πάντως, ανοίξει η συζήτηση για περικοπή επιτοκίων της τάξης των 25 μ.β. από ΕΚΤ, το Euribor τριμήνου θα προεξοφλήσει την κίνηση, υποχωρώντας κάτω από τα τρέχοντα επίπεδα του 2%, εξέλιξη που δυσκολεύει την άσκηση των τραπεζών να συγκρατήσουν το μέσο spread 2026 στα επίπεδα της περσινής χρονιάς. Και αυτό γιατί οι εγχώριοι επιχειρηματικοί όμιλοι, με ισχυρούς ισολογισμούς, επιδιώκουν και επιτυγχάνουν, λόγω ανταγωνισμού, να αναχρηματοδοτήσουν δάνεια ή να λάβουν «φρέσκο» χρήμα, με χαμηλότερο spread.

Ο κίνδυνος της πολιτικής αβεβαιότητας

Η δεύτερη απειλή στο story τραπεζών που ενδέχεται να κρύβει η χρονιά είναι η πολιτική αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα των εκλογών, οι οποίες θα διενεργηθούν με απώτατο χρονικό όριο την Άνοιξη του 2027, σε συνδυασμό με το ρευστό γεωπολιτικά, οικονομικά και νομισματικά διεθνές περιβάλλον.

Οι ανησυχίες των τραπεζών άπτονται στο αν και πόσο επηρεάσει το κλίμα τον ρυθμό υλοποίησης επενδύσεων. Φοβούνται, δηλαδή, μείωση της επενδυτικής δαπάνης, κατά το δεύτερο εξάμηνο της χρονιάς εν αναμονή των εκλογών, εξέλιξη που συνεπάγεται μείωση εκταμιεύσεων.

Τέλος, μια από τις δυσκολίες της χρονιάς, που άπτεται επίσης του πολιτικού κλίματος, έγκειται στον βαθμό ανταπόκρισης από πλευράς δανειοληπτών, αφενός στην κυβερνητική ρύθμιση για μετατροπή σε ευρώ δανείων σε ελβετικό φράγκο με «κούρεμα» χρέους, αφετέρου στις προτάσεις τραπεζών για μετατροπή σε τοκοχρεωλυτικών δόσεων δανείων που τελούν σε πρόγραμμα μειωμένης καταβολής δόσης (step-up). Χαμηλός βαθμός ανταπόκρισης συντηρεί τον κίνδυνο για νέα κυβερνητική παρέμβαση στο μέτωπο δανείων σε ελβετικό φράγκο, ενώ στην περίπτωση των step-up αυξάνεται το μέγεθος της προσαρμογής εποπτικών κεφαλαίων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο