Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πόσο ελληνικό βαμβάκι «φοράει» η ιταλική μόδα

Η Ιταλία επαναφέρει την καλλιέργεια βάμβακος, αλλά παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές. Σε αυτό το κενό, το ελληνικό βαμβάκι διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο. Τι δείχνουν τα στοιχεία και με τι discount πιάνει το ελληνικό βαμβάκι.

Πόσο ελληνικό βαμβάκι «φοράει» η ιταλική μόδα

Για πάνω από 25 χρόνια, η Ιταλία είχε διαγραφεί από τον χάρτη της πρωτογενούς παραγωγής βάμβακος. Από το 1991 και μετά, τα χωράφια εγκαταλείφθηκαν και οι εισαγωγές κάλυψαν το κενό. Όμως την τελευταία πενταετία συντελείται μια απροσδόκητη, όπως τη χαρακτηρίζει ο ΟΕΥ της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη, αναβίωση του κλάδου. Η στροφή αυτή συνδέεται με την αυξανόμενη ανάγκη της ιταλικής βιομηχανίας μόδας για ποιοτικές και οργανικές πρώτες ύλες.

Σύμφωνα με τη European Cotton Alliance (ECA), η Ιταλία που είχε εγκαταλείψει την παραγωγή από τις αρχές της δεκαετίας του '90, επιδιώκει σήμερα να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγωγές και να ανακτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στην αλυσίδα αξίας υφασμάτων υψηλής ποιότητας.

Ήδη στη Σικελία, η εταιρεία Cos-Cotone Organico di Sicilia αναβιώνει σταδιακά την τοπική καλλιέργεια σε περιοχές όπως η Tusa, συνεργαζόμενη με υφαντουργίες της βόρειας Ιταλίας, επιτυγχάνοντας συνεργασίες με μάρκες όπως η OVS και ο οίκος Chanel.

Στην Απουλία, η Gest-Cotone Organico di Puglia, που ξεκίνησε το 2020, καλλιεργεί οργανικό βαμβάκι σε έκταση περίπου 3.000 στρέμματα στην Capitanata, εφαρμόζοντας καλλιεργητικές μεθόδους, ακόμη και τη χρήση μουσικών συχνοτήτων, ενώ επενδύει σε νέα μονάδα εκκόκκισης που θα επιτρέψει την πλήρη καθετοποίηση της παραγωγής.

Η στόχευση είναι ξεκάθαρη. Η «πράσινη» μόδα, καθώς η ζήτηση για οργανικό και πιστοποιημένο βαμβάκι (ιδίως με GOTS) αυξάνεται συνεχώς. Για τον λόγο αυτό η Ιταλία εξετάζει το ενδεχόμενο να θεσπίσει επίσημη σήμανση «100% Made in Italy Cotton», η οποία θα πιστοποιεί όχι μόνο την προέλευση του βάμβακος, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, από την καλλιέργεια έως το τελικό ύφασμα. Δηλαδή η Ιταλία, μέσω αυτών των κινήσεων, δεν επιδιώκει όγκο. Επιδιώκει έλεγχο, της αλυσίδας, της ιχνηλασιμότητας, του αφηγήματος και κατ’ επέκταση της τιμής.

Κι όμως, παρότι δεν ελέγχει την πρώτη ύλη, η Ιταλία διαθέτει μία από τις πιο ανεπτυγμένες και τεχνολογικά προηγμένες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες στην Ευρώπη, που «διψούν» για ίνες για να λειτουργήσουν οι υφαντουργίες και εν συνεχεία οι οίκοι μόδας.

Βαμβάκι η Ιταλία προμηθεύεται από την Ελλάδα -σ.σ. μαζί με την Ισπανία καλύπτουν πάνω από το 99% της ευρωπαϊκής παραγωγής-, από την Τουρκία, την Αίγυπτο, τις ΗΠΑ και την Ινδία. Η Ελλάδα με 1 εκατ. δεμάτια ετησίως καλύπτει το 80% της ευρωπαϊκής παραγωγής και είναι η 14η παραγωγός χώρα παγκοσμίως. Δηλαδή είναι 30 φορές μικρότερη από της Κίνας, υπολείπεται κατά 24 φορές από την παραγωγή της Ινδίας, 18 φορές από του Πακιστάν και έχει 14 φορές μικρότερη παραγωγή από των ΗΠΑ.

Όμως λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας με την Ιταλία και της στροφής της ιταλικής βιομηχανίας σε φυσικές, υψηλής ποιότητας και βιώσιμες ίνες ενισχύεται η «βαρύτητα» του ελληνικού βαμβακιού. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αγοράς που σχετίζεται με το βαμβάκι, είτε ως πρώτη ύλη είτε ως τελικό προϊόν, στην Ιταλία ξεπερνά σε αξία τα 30 δισ. δολάρια ετησίως και αναμένεται να αυξηθεί σταθερά την επόμενη δεκαετία.

Ωστόσο μέχρι στιγμής η Ελλάδα δεν έχει κεφαλαιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες. Σύμφωνα με την COMTRADE, οι ελληνικές εξαγωγές βάμβακος προς την Ιταλία ανήλθαν το 2023 σε 11,62 εκατ. δολ. Με βάση τα δεδομένα της OEC, η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στους βασικούς προμηθευτές ακατέργαστου βάμβακος στην ιταλική αγορά. Εξάγει στην Ιταλία ακατέργαστο βαμβάκι αξίας 5,38 εκατ. δολ. και έχει μερίδιο 9% επί του συνόλου.

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει όμως η ανάλυση και τα στοιχεία του ΟΕΥ για τη σύγκριση λιανικών τιμών βάμβακος Ιταλίας-Ελλάδας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Ιταλία, που δεν παράγει επί της ουσίας βαμβάκι, εμφανίζει υψηλότερες λιανικές τιμές βάμβακος σε σχέση με την Ελλάδα. Η διαφορά τιμών είναι σημαντική και αντανακλά τόσο τη δομή των δύο αγορών όσο και τη θέση της κάθε χώρας στην αλυσίδα αξίας του βάμβακος.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περσινή χρονιά. Η λιανική τιμή του βάμβακος στην Ιταλία κυμαινόταν μεταξύ 8,75-24,33 δολ./κιλό, αντίστοιχα 8,09-22,48 ευρώ/κιλό σε Ρώμη και Μιλάνο. Πρόκειται για τιμές τελικής λιανικής (όχι παραγωγού ή χονδρικής), με ιδιαίτερα μεγάλο εύρος λόγω διαφοροποιήσεων όπως ποιότητα, πιστοποιήσεις (π.χ. οργανικό), ιχνηλασιμότητα και χρήση σε προϊόντα premium μόδας.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, το λιανικό εύρος διαμορφώνεται από 5,20 έως 6,50 δολ./κιλό και αντίστοιχα 4,81-6 ευρώ/κιλό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Οι χαμηλότερες τιμές αντανακλούν τη θέση της χώρας ως προμηθευτή πρώτης ύλης και όχι ως κόμβου υψηλής μεταποίησης.

Παρ’ όλα αυτά οι προοπτικές είναι θετικές. Έως το 2027, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ιταλία αναμένεται να κινηθούν ανοδικά, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά βάμβακος προβλέπεται να φτάσει τα 10,77 δισ. δολ. έως το 2030, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,91% την περίοδο 2025-2030. Η Ιταλία, ως κορυφαία μεταποιητική δύναμη της Ευρώπης, θα απορροφήσει σημαντικό μέρος αυτής της αύξησης.

Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν και οι ρυθμιστικές εξελίξεις. Έως το 2027 θα εφαρμοστεί πλήρως στην Ιταλία η υποχρέωση Extended Producer Responsibility (EPR) για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, επιβάλλοντας αυστηρή ιχνηλασιμότητα και περιβαλλοντική ευθύνη σε όλο τον κύκλο ζωής των υλικών.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο