«Η γεωπολιτική σύγκρουση συνιστά ένα πρόσθετο αρνητικό σοκ προσφοράς για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ζώνης του ευρώ, με δυνητικά σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις σε περίπτωση που η σύγκρουση παραταθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες», δήλωσε ο Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του στη Φρανκφούρτη για τα μαθήματα από την κρίση χρέους στην Ελλάδα. Η εκδήλωση διοργανώθηκε από την American Hellenic Educational Progressive Association (AHEPA).
Οπως εξήγησε, «οι αποφασιστικές προσπάθειες της Ελλάδας κατέδειξαν ότι η δημοσιονομική εξυγίανση, η χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση και οι διατηρήσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να βοηθήσουν μια χώρα να ανακτήσει την οικονομική της αξιοπιστία μετά από χρόνια δυσχερειών και να θέσουν τα θεμέλια για βιώσιμη ανάπτυξη».
«Η εμπειρία αυτή παραμένει επίκαιρη σήμερα, καθώς εξελίσσεται η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Η γεωπολιτική σύγκρουση συνιστά ένα πρόσθετο αρνητικό σοκ προσφοράς για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ζώνης του ευρώ, με δυνητικά σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις σε περίπτωση που η σύγκρουση παραταθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες. Τα διδάγματα από τη σύγχρονη οικονομική ιστορία της Ελλάδας είναι σημαντικά στη σημερινή συγκυρία, διότι οι περίοδοι συγκρούσεων τείνουν να επιφέρουν δημοσιονομικές πιέσεις, ενεργειακές διαταραχές και αυξημένη αβεβαιότητα, καθιστώντας τη συνετή δημοσιονομική διακυβέρνηση και τον συντονισμένο χειρισμό κρίσεων ιδιαίτερα κρίσιμα».
Τι οδήγησε στην ελληνική κρίση
Τα κριτήρια του Μάαστριχτ για τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ επικεντρώνονταν κυρίως στην ονομαστική σύγκλιση — πληθωρισμός, δημοσιονομικό έλλειμμα, μείωση του λόγου χρέους, επιτόκια και συναλλαγματική ισοτιμία — χωρίς να απαιτούν βαθιές και διατηρήσιμες μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, στις αγορές προϊόντων, στο συνταξιοδοτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση για τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και της θεσμικής ικανότητας, σημείωσε ο διοικητής της ΤτΕ.
Ως αποτέλεσμα, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε ταχέως και πλησίασε τον μέσο όρο της ΕΕ, η διακυβέρνηση, η παραγωγικότητα, η βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα δεν ακολούθησαν. Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμενε σχεδόν διπλάσιο της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ.
Η ελληνική κρίση δεν ξεκίνησε ως τραπεζική κρίση, όπως σε άλλα κράτη-μέλη, αλλά ως κρίση δημόσιου χρέους, η οποία επιδείνωσε τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εξελίχθηκε σε τραπεζική κρίση, μέσω ζημιών στα χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων, εκροών καταθέσεων και εκτίναξης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Καθοριστικό ήταν το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν αξιοποίησε την ευνοϊκή προ κρίσης περίοδο για να αντιμετωπίσει τις διαχρονικές της αδυναμίες. Η δημόσια διοίκηση παρέμεινε αναποτελεσματική, η φοροδιαφυγή εκτεταμένη, το συνταξιοδοτικό σύστημα μη βιώσιμο και ο λόγος δημόσιου χρέους παρέμεινε υψηλός, περίπου στο 105% του ΑΕΠ, πριν εκτιναχθεί σε μη βιώσιμα επίπεδα το 2008 και 2009.
Η επίδραση των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής
Σε απάντηση στην κρίση δημόσιου χρέους, η Ελλάδα υλοποίησε τρία διαδοχικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής από το 2010.
Εξήγησε ότι τα προγράμματα πέτυχαν τους βασικούς στόχους σταθεροποίησης: το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα 10,1% του ΑΕΠ το 2009 μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα που υπερέβη το 4% του ΑΕΠ έως το 2018, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2018. Υλοποιήθηκαν εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στους τομείς των συντάξεων, της υγείας, της αγοράς εργασίας, της φορολογικής διοίκησης και της δημόσιας διοίκησης, βελτιώνοντας τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα άρχισε να αναπροσανατολίζει το αναπτυξιακό της μοντέλο προς τις εξαγωγές και τους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους.
Η προσαρμογή είχε σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, συνέχισε. Η διαδικασία βασίστηκε περισσότερο σε αυξήσεις φόρων παρά σε μεταρρυθμίσεις δαπανών ή πολιτικές φιλικές προς την ανάπτυξη, ενώ οι στόχοι ιδιωτικοποιήσεων σε μεγάλο βαθμό δεν επιτεύχθηκαν. Οι «τρεις θεσμοί» επέμειναν σε υπερβολικά ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή και υποτίμησαν τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη, την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή, τα φορολογικά έσοδα και το λεγόμενο «φαινόμενο χιονοστιβάδας».
Μεταξύ 2008 και 2016, η Ελλάδα έχασε πάνω από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, η ανεργία αυξήθηκε κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες, η ανισότητα και η φτώχεια επιδεινώθηκαν, οι επενδύσεις κατέρρευσαν και σημειώθηκε μαζική διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου (brain drain). Έτσι, ενώ η μακροοικονομική σταθεροποίηση και η αποκατάσταση του τραπεζικού συστήματος ήταν τελικά επιτυχείς, το κόστος σε όρους παραγωγής, κοινωνικής συνοχής και ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου ήταν ιδιαίτερα υψηλό.
Διδάγματα από την ελληνική κρίση
Η ελληνική κρίση προσφέρει σειρά σημαντικών διδαγμάτων για την οικονομική πολιτική, τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης και τη διαχείριση κρίσεων.
Πρώτον, η πολιτική ιδιοκτησία και η αξιοπιστία έχουν σημασία. Ο λαϊκισμός, η πολιτική πόλωση και τα κατεστημένα συμφέροντα μπορούν να καθυστερήσουν τις μεταρρυθμίσεις και να υπονομεύσουν την οικονομική ανάκαμψη.
Δεύτερον, οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες πρέπει να αντιμετωπίζονται πριν καταστούν μη βιώσιμες. Η αποκλειστική έμφαση στην ονομαστική σύγκλιση, χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μπορεί να συγκαλύψει αδυναμίες και να καθυστερήσει την προσαρμογή.
Τρίτον, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι συμβατή με τη νομισματική πολιτική. Η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε με τα κριτήρια του Μάαστριχτ και κατέβαλε το τίμημα.
Τέταρτον, η αλληλουχία και ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων είναι κρίσιμοι. Η εσωτερική υποτίμηση είναι αργή και κοινωνικά επώδυνη όταν δεν συνοδεύεται από μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.
Πέμπτον, ο τραπεζικός τομέας απαιτεί έγκαιρη εποπτεία και παρεμβάσεις.
Έκτον, η αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης επηρεάζει τη διαχείριση κρίσεων. Η παρέμβαση της ΕΚΤ και οι θεσμικές εξελίξεις ήταν καθοριστικές.
Τέλος, η διαχείριση κρίσεων απαιτεί συνδυασμό δημοσιονομικής πειθαρχίας και πολιτικών ανάπτυξης.
Τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας
Η Ελλάδα έχει υποστεί μια βαθιά οικονομική μεταμόρφωση τα τελευταία χρόνια, αναδεικνυόμενη σε έναν από τους ισχυρότερους performers της ζώνης του ευρώ ύστερα από περισσότερο από μία δεκαετία κρίσης και διαρθρωτικής προσαρμογής. Από το 2019, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ υπερβαίνει σταθερά τον μέσο όρο της ευρωζώνης, επαναφέροντας τη χώρα σε τροχιά σύγκλισης προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος μετά πολλά χρόνια απόκλισης. Το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, όσο και το 2024, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, που ήταν 1,4%, σημείωσε ο Γιάννης Στουρνάρας.
Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν θετικές, παρά τις ισχυρές εξωτερικές προκλήσεις. Εφόσον η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν διαρκέσει περισσότερο από λίγες εβδομάδες και οι τιμές ενέργειας αποκλιμακωθούν, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026 αναμένεται να κινηθεί σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης και ενισχύοντας περαιτέρω τη σύγκλιση. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά, με στήριξη από τους διαθέσιμους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το σημαντικότερο είναι ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν βασίζεται σε βραχυπρόθεσμα μέτρα στήριξης, αλλά σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη: υγιή δημόσια οικονομικά, ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση, ισχυρή ανάκαμψη των επενδύσεων και εξαιρετικές επιδόσεις στις εξαγωγές — ιδίως στον τουρισμό, τα logistics, τις ψηφιακές υπηρεσίες και κλάδους έντασης καινοτομίας όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Διδάγματα για την ΕΕ και την ΟΝΕ από την ελληνική κρίση
Η ελληνική κρίση ανέδειξε την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας στη ζώνη του ευρώ, καθώς και την ανάγκη αντιμετώπισης διαρθρωτικών ακαμψιών για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων.
Ωστόσο, μια αποκλειστικά εθνική στρατηγική δεν επαρκεί πλέον. Το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά, με γεωπολιτικό κατακερματισμό, ενεργειακές κρίσεις και τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Η Ευρώπη χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική σε επίπεδο ΕΕ, όπως αποτυπώνεται σε εκθέσεις όπως αυτές των Letta και Draghi.
Πρωτοβουλίες όπως το ReArm Europe, το Competitiveness Compass και το Clean Industry Pact σηματοδοτούν στροφή προς μια πιο ενεργή βιομηχανική πολιτική.
Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η δημιουργία ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων θα μειώσουν τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό.
Η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους, βασισμένη στην εμπειρία του NextGenerationEU, μπορεί να ενισχύσει τις επενδύσεις και τον διεθνή ρόλο του ευρώ.
Είμαι πεπεισμένος ότι η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει τη σημερινή πολιτική δυναμική σε συγκεκριμένες δράσεις. Η ενεργειακή κρίση και η γεωπολιτική αστάθεια έχουν αναδείξει την ανάγκη θεσμικών αλλαγών.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η μετατροπή της πολιτικής δυναμικής σε συγκεκριμένες αποφάσεις, μέσω συντονισμένης δράσης και συμφωνίας μεταξύ των κρατών-μελών.
Η συγκυρία προσφέρει μια σαφή ευκαιρία επιτάχυνσης της προόδου. Με σωστή ιεράρχηση προτεραιοτήτων και διατήρηση της πολιτικής δυναμικής, μπορούν να επιτευχθούν απτά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια.