Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις, η ισχυρή δημοσιονομική εικόνα και η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτελούν τους βασικούς λόγους που διατηρούν την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα «BBB» με σταθερές προοπτικές από τη Fitch Ratings, σύμφωνα με τη νέα εκτενή έκθεση του οίκου.
Ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει ανάπτυξη υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρά τις διεθνείς πιέσεις από τις γεωπολιτικές εντάσεις και την άνοδο των ενεργειακών τιμών. Η Fitch προβλέπει ανάπτυξη 1,7% για το 2026 και 1,9% για το 2027, μετά από ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με την έκθεση, συνεχίζει να παίζει η εγχώρια ζήτηση, με αιχμή τις επενδύσεις και την κατανάλωση, ενώ η τελευταία χρονιά αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργεί ως επιπλέον στήριγμα για την οικονομία. Η Fitch υπογραμμίζει ότι οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9% το 2025 και ο δείκτης επενδύσεων προς ΑΕΠ πλησίασε το 20%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Παράλληλα, ο οίκος βλέπει συνέχιση της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με την ευρωζώνη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, βασιζόμενος σε δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με άλλες χώρες που επλήγησαν από την κρίση χρέους, καθώς το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει πάνω από 10% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2007.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Fitch χαρακτηρίζει «εξαιρετική» την επίδοση της χώρας. Η Ελλάδα πέτυχε πλεονάσματα άνω του 1% του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025, επίδοση που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο των χωρών της κατηγορίας “BBB” αλλά και της ευρωζώνης.
Για το 2026 προβλέπει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ και για το 2027 πλεόνασμα 0,7%, παρά τη χαλάρωση ορισμένων μέτρων λόγω ενεργειακών παρεμβάσεων. Παράλληλα, θεωρεί εξαιρετικά αξιόπιστη τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχει ευρεία κοινωνική και πολιτική συναίνεση υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η Fitch δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη νέα δημοσιονομική διάταξη που υιοθετήθηκε το 2025 και απαιτεί διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, στοιχείο που ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της έκθεσης αφορά τη δυναμική του δημόσιου χρέους. Ο οίκος σημειώνει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στη διετία 2024-2025, στο 146% του ΑΕΠ, χάρη στην ανάπτυξη και τα πλεονάσματα.
Η Fitch προβλέπει περαιτέρω ταχεία αποκλιμάκωση τα επόμενα χρόνια, με το χρέος να υποχωρεί στο 139,3% το 2026, στο 133,8% το 2027 και κοντά στο 118% έως το 2030.
Παράλληλα, θεωρεί ότι οι κίνδυνοι χρηματοδότησης παραμένουν χαμηλοί, λόγω της εξαιρετικά ευνοϊκής διάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Η μέση διάρκεια ωρίμανσης φθάνει τα 19 χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου και σε ευρώ, ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καλύπτοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για τα επόμενα τρία χρόνια.
Ο οίκος σημειώνει επίσης ότι το μέσο implicit επιτόκιο του χρέους βρίσκεται κοντά στο 1,5%, πολύ χαμηλότερα από τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, γεγονός που ευνοεί περαιτέρω τη βιωσιμότητα του χρέους.
Σημαντική αναφορά γίνεται και στον τραπεζικό τομέα, τον οποίο η Fitch θεωρεί πλέον αισθητά ισχυρότερο. Ο οίκος υπενθυμίζει ότι αναβάθμισε τις συστημικές ελληνικές τράπεζες σε επενδυτική βαθμίδα μέσα στο 2025, λόγω της βελτίωσης του λειτουργικού περιβάλλοντος, της σταθερής κερδοφορίας, της εξυγίανσης των ισολογισμών και της ενίσχυσης των κεφαλαίων τους.
Παρόλα αυτά, η Fitch επισημαίνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου, λόγω του υψηλού ποσοστού των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια των τραπεζών. Συγκεκριμένα, τα DTCs αντιστοιχούν στο 41% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1, στοιχείο που εξακολουθεί να αποτελεί δυνητικό κίνδυνο για το Δημόσιο.
Από την άλλη πλευρά, η Fitch εξακολουθεί να θεωρεί βασική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Παρότι μειώθηκε το 2025, ο οίκος εκτιμά ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας θα το διατηρήσουν κοντά στο 5,7%-5,8% του ΑΕΠ την επόμενη διετία.
Σύμφωνα με τη Fitch, το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης στην ελληνική οικονομία και η έντονα εισαγωγική φύση των επενδύσεων συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις εξωτερικές ανισορροπίες. Ωστόσο, η συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη περιορίζει σημαντικά τους κινδύνους χρηματοδότησης και αποτρέπει ενδεχόμενες πιέσεις στις κεφαλαιακές ροές.