Ένα από τα πιο επίμονα «αγκάθια» της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το ΙΟΒΕ, με την πρόταση που παρουσιάζει στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία: το χρόνιο αποταμιευτικό κενό των νοικοκυριών και τη σχεδόν πλήρη αποχή τους από την οργανωμένη κεφαλαιαγορά.
Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά. Ενώ ο μέσος Ευρωπαίος αποταμιεύει το 14,2% του διαθέσιμου εισοδήματός του, ο ακαθάριστος ρυθμός αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει αρνητικός, στο -2,7% το 2025 -δηλαδή τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις τοποθετήσεις σε κινητές αξίες: η αξία των επενδύσεων των ελληνικών νοικοκυριών σε εισηγμένες μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχεί στο 18,9% του ΑΕΠ, σχεδόν το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου (35,4%).
Δύο προϊόντα, δύο στοχεύσεις
Η μελέτη του Ιδρύματος προτείνει τη δημιουργία δύο συμπληρωματικών προγραμμάτων, στο πρότυπο καλών διεθνών πρακτικών.
Το πρώτο είναι ο ατομικός Αποταμιευτικός Επενδυτικός Λογαριασμός (ΑΠΕΛ), ένας λογαριασμός για μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις σε πιστοποιημένα χαρτοφυλάκια κινητών αξιών. Η συμμετοχή θα είναι προαιρετική και θα «επιβραβεύεται» με έκπτωση φόρου, η οποία θα κλιμακώνεται ανάλογα με το ύψος της συμμετοχής και τον χρόνο διακράτησης, έως και 5 έτη. Η στόχευση αφορά κυρίως τα νοικοκυριά μεσαίων εισοδηματικών κλιμακίων, ενώ προβλέπεται πλαφόν στο κίνητρο, ώστε να συγκρατείται το δημοσιονομικό κόστος.
Το δεύτερο σκέλος έχει έντονη δημογραφική διάσταση: πρόκειται για τον Παιδικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό (ΠΑΠΕΛ), ο οποίος θα ανοίγει με τη γέννηση κάθε παιδιού και θα επενδύεται μακροπρόθεσμα σε επιλεγμένα χαρτοφυλάκια, παρόμοια με εκείνα του ΑΠΕΛ.
Οι γονείς θα μπορούν να καταθέτουν επιπλέον ποσά κάθε χρόνο, λαμβάνοντας ως επιβράβευση πρόσθετες κρατικές μεταβιβάσεις στον ίδιο λογαριασμό. Τα κεφάλαια θα «ξεκλειδώνουν» αφορολόγητα μόνο με την ενηλικίωση του παιδιού -μια σχεδίαση που, όπως σημειώνει το ΙΟΒΕ, δημιουργεί συνέργειες και με τις πολιτικές αντιμετώπισης του δημογραφικού.
Η Ελλάδα ουραγός σε μια ώριμη ευρωπαϊκή τάση
Η πρόταση δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Σε 11 από τις 27 χώρες της ΕΕ λειτουργεί ήδη κάποιας μορφής αποταμιευτικός-επενδυτικός λογαριασμός, ενώ αντίστοιχα εργαλεία είναι διαδεδομένα στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο έως τον Καναδά και την Ιαπωνία. Η μελέτη εξετάζει αναλυτικά πέντε χώρες με σχετική παράδοση -Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδά.
Στο σκέλος της παιδικής αποταμίευσης, τα διεθνή παραδείγματα είναι επίσης πολλά: από το γαλλικό PEA Jeune και το βρετανικό Junior ISA, που βασίζονται σε φοροαπαλλαγές, μέχρι προγράμματα με άμεσες δημόσιες εισφορές, όπως το «Saving for Every Child» του Ισραήλ, το ιαπωνικό Junior NISA, το καναδικό RESP και το βρετανικό Child Trust Fund.
Κρίσιμο είναι και το ευρωπαϊκό timing: η πρόταση συνδέεται ευθέως με την υπό διαμόρφωση Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων της ΕΕ (Savings and Investments Union) και με τις προτεραιότητες που έχουν αναδείξει οι εκθέσεις Letta και Draghi για την κινητοποίηση της ευρωπαϊκής αποταμίευσης προς παραγωγικές επενδύσεις.
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι για τα δημόσια οικονομικά είναι η σχέση κόστους-οφέλους. Σε σενάριο πενταετούς εφαρμογής μιας δέσμης κινήτρων «μέτριας έντασης» ταυτόχρονα σε ΑΠΕΛ και ΠΑΠΕΛ, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι:
- Με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περί τα 100 εκατ. ευρώ, οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία μπορούν να ξεπεράσουν τα 300 εκατ. ευρώ ετησίως -δηλαδή το άμεσο όφελος εκτιμάται έως και υπερτριπλάσιο του κόστους.
- Κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους μπορεί να αποφέρει μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και 2 ευρώ σε βάθος πενταετίας, με τον συντελεστή απόδοσης του ΠΑΠΕΛ να βελτιώνεται περαιτέρω μετά την πρώτη πενταετία.
- Η απασχόληση μπορεί να ενισχυθεί κατά περίπου 2.000 θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας, κατά μέσο όρο, την πρώτη δεκαετία.
Σε σενάριο με υψηλότερα κίνητρα, τα οφέλη μεγεθύνονται: το ετήσιο πραγματικό ΑΕΠ μπορεί να τονωθεί έως και κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες και να διατηρηθεί υψηλότερο έως και κατά 0,4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο μέχρι το 2040, σε σχέση με το σενάριο χωρίς κίνητρα. Πέρα από την ανάπτυξη, το Ίδρυμα βλέπει έμμεσα οφέλη στο δημογραφικό, στη δημοσιονομική και εξωτερική ισορροπία, καθώς και στην οικονομική παιδεία του πληθυσμού.
Τα τρία «κλειδιά» της επιτυχίας
Η διεθνής εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι η επιτυχία τέτοιων εργαλείων δεν είναι δεδομένη. Το ΙΟΒΕ αναδεικνύει τρεις κρίσιμες προϋποθέσεις.
Πρώτον, την απλότητα: ο λογαριασμός πρέπει να είναι χρηστικός για ένα μέσο νοικοκυριό -με δυνατότητα σύνδεσης με τη μισθοδοσία, άμεση online ενημέρωση, πλήρη διαφάνεια σε κινήσεις και αποδόσεις, και φορητότητα, δηλαδή εύκολη και χωρίς κόστος μεταφορά μεταξύ παρόχων.
Δεύτερον, την ευελιξία στην επιλογή παρόχων, διαχειριστών και στοιχείων ενεργητικού, μεταξύ πιστοποιημένων προϊόντων.
Τρίτον, τη σωστή παραμετροποίηση των κινήτρων, ώστε τα νέα εργαλεία να λειτουργούν συμπληρωματικά -και όχι ανταγωνιστικά- προς τα υφιστάμενα προγράμματα προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και η ιδιωτική ασφάλιση.