Έως και το 35% του εισοδήματός τους θα μπορούν να «επενδύουν» για τη μελλοντική συμπληρωματική τους σύνταξη εργαζόμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, με το νέο νομοσχέδιο για την επαγγελματική ασφάλιση που εισέρχεται εντός της εβδομάδας, στην Ολομέλεια της Βουλής.
Συγκεκριμένα, στο υπό συζήτηση σχέδιο νόμου που έχει ήδη περάσει από τις αρμόδιες επιτροπές του κοινοβουλίου, προβλέπεται ότι για τους μισθωτούς το όριο ανέρχεται σε 35% του ακαθάριστου μισθού, από 20% προηγουμένως, ενώ για τους αυτοαπασχολούμενους διαμορφώνεται στις 35.000 ευρώ το χρόνο.
Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αλλαγές του νέου πλαισίου, καθώς διευρύνει σημαντικά το ποσό που μπορεί να κατευθυνθεί σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης με φορολογικά ευνοϊκούς όρους.
Σύμφωνα με την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, πρόκειται για ένα ακόμη βήμα για την ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος. Όπως μάλιστα, επεσήμανε από το βήμα της Βουλής, η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, στόχος είναι να αποκτήσουν πρόσβαση στην επαγγελματική ασφάλιση περισσότεροι εργαζόμενοι, μικρές επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, μέσω μεταξύ άλλων, των φορολογικών κινήτρων και των ανοιχτών πολυεργοδοτικών Ταμείων.
Η κα Κεραμέως εκτίμησε μάλιστα, ότι η μεταρρύθμιση δημιουργεί περισσότερες επιλογές για πρόσθετο συνταξιοδοτικό εισόδημα, ενισχύει την προστασία των ασφαλισμένων και μπορεί να συμβάλει στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της οικονομίας.
Το βασικό «όχημα» για να επιτευχθεί ο στόχος, είναι το νέο φορολογικό πλαίσιο που θεσμοθετείται: οι εισφορές εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα, ενώ η φορολόγηση της μελλοντικής παροχής παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή. Αναλυτικά, με το νέο πλαίσιο, εφόσον η καταβολή της σύνταξης ξεκινά μετά τα 67, ο συντελεστής φορολόγησης διαμορφώνεται στο 2,5% για τη σύνταξη (μηνιαία καταβολή) και 5% για το εφάπαξ.
Μάλιστα, η μείωση του συντελεστή, και η διασύνδεσή του με την ηλικία του ασφαλισμένου που επιλέγει να συνταξιοδοτηθεί από το επαγγελματικό του ταμείο, συνδέεται και με ένα επιπλέον «κίνητρο» Την αύξηση του ποσού που μπορεί ένας ασφαλισμένους να εισφέρει ετησίως, στο ΤΕΑ, από 20% σε 35% του ακαθάριστου μισθού του.
Βέβαια, σύμφωνα με συνδικαλιστές αλλά και έμπειρους αναλογιστές που γνωρίζουν καλά την αγορά της επαγγελματικής ασφάλισης, το ερώτημα που τίθεται είναι ποιοι εργαζόμενοι έχουν στην πραγματικότητα τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν το όριο αυτό. Για έναν εργαζόμενο με αποδοχές 1.000 ή 2.000 ευρώ τον μήνα, η δυνατότητα αυτή είναι ουσιαστικά περιορισμένη.
Αντίθετα, το όφελος γίνεται πολύ μεγαλύτερο στα υψηλότερα εισοδήματα, όπου ένα μέρος των αποδοχών μπορεί να κατευθυνθεί στην επαγγελματική ασφάλιση αντί να καταβληθεί ως μισθός. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο: το νέο καθεστώς μπορεί να λειτουργήσει, πέρα από την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και ως εργαλείο νόμιμης φοροαποφυγής για υψηλόμισθα στελέχη.
Ιδίως στην περίπτωση που αυξήσεις μισθών ή bonus αντικαθίστανται εν μέρει από εισφορές σε ΤΕΑ, ένα σημαντικό τμήμα του εισοδήματος μπορεί να μεταφερθεί σε ένα καθεστώς με πολύ χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση, απ’ ότι ο μισθός και η σύνταξη του πρώτου πυλώνα.
Ποιοι κερδίζουν
Αναλυτικά, το ανώτατο όριο των εισφορών που απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, ανέρχεται στο 35% του μισθού για μισθωτούς και έως 35.000 ευρώ ετησίως για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ το ποσοστό αυτοτελούς φορολογίας των προϊόντων του δεύτερου πυλώνα αποσυνδέεται από τα έτη ασφάλισης και μειώνεται σε 2,5% για σύνταξη (5% για εφάπαξ) αν η παροχή αρχίσει να καταβάλλεται όταν ο δικαιούχος συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας του ή 5% (10%) αν η καταβολή ξεκινήσει κατά το διάστημα 62-67 ετών.
Στο ερώτημα ποιοι μπορούν να διαθέσουν ένα σημαντικό ποσοστό του ακαθάριστου μισθού τους σε εισφορές συμπληρωματικής ασφάλισης, στελέχη της αγοράς απαντούν πως για μισθωτούς των 1.000 ή, ακόμα, και των 2.000 ευρώ, αυτό είναι δύσκολο. Και συμπληρώνουν πως το 35% πιθανότατα να ισχύσει στην πράξη, μόνο για πολύ υψηλόμισθα στελέχη και επίσης κατά πάσα πιθανότητα, αυτό θα γίνει με υποκατάσταση μισθού (δηλαδή ο εργαζόμενος θα δεχθεί αντί μισθολογικών αυξήσεων αυξημένες αφορολόγητες εισφορές σε σχήμα του δεύτερου πυλώνα).
Τα οφέλη για υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων με εξαιρετικά υψηλούς μισθούς ή ελεύθερους επαγγελματίες με υψηλά εισοδήματα, που θα επιλέξουν να διαθέσουν το 35% του μισθού του σε εισφορές του δεύτερου πυλώνα, μέσω της μείωσης της φορολογίας εισοδήματός του (αφαιρουμένου του 2,5% που θα καταβάλει για την αυτοτελή φορολογία της σύνταξης που θα προκύψει) «μπορεί και να είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το ποσό που καταβάλει ετησίως το μέσο ελληνικό νοικοκυριό για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ και Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης» επισημαίνουν.
Στην πράξη, αυτό που θέλουν να υπογραμμίσουν, είναι πως τα φορολογικά κίνητρα του νομοσχεδίου μπορούν να οδηγήσουν σε πρακτικές νόμιμης φοροαποφυγής, κάτι που σαφώς δεν περιλαμβάνεται στους στόχους του νομοθέτη.